DemocracyCrisis.com - Η Δημοκρατία σε κρίση;

Κονδύλης και ντε Σαντ

News - Wednesday

Last Updated on Wednesday, 22 October 2014 08:06 Written by Administrator Tuesday, 21 October 2014 19:37

 

Ο Sade ανατρέχει π.χ. στην υλιστική βιολογία του La Mettrie για να εξηγήσει την υφή της ζωής, εξίσου όμως παίρνει υπόψη του και τον Holbach [..] Αν όντως η Φύση αγκαλιάζει τα πάντα, τότε πρέπει και ο άνθρωπος να είναι καθαρή Φύση, οπότε ο προσδιορισμός της υφής του θα προκύψει από τον προσδιορισμό της Φύσης. Η θέση, πώς ο άνθρωπος είναι Φύση, που ήδη από την πρώιμη φάση των Νέων Χρόνων συνδέθηκε με μία σκεπτικιστική τοποθέτηση, γίνεται τώρα αφετηρία ενός προγραμματικού μηδενισμού· γιατί ο θεμελιώδης για τον μηδενισμό χωρισμός ανάμεσα σε Φύση και σε κανονιστικές αρχές μπορούσε να πραγματοποιηθεί με συνέπεια μονάχα με τη συνειδητή άρνηση της διαμορφωμένης στο μεταξύ (διαφωτιστικής) κανονιστικής αντίληψης για τη Φύση. Πράγματι, η ιδέα του Sade για τη Φύση αποτελεί σε πολλά μια αντιστροφή ή μεθερμηνεία βασικών πλευρών της κανονιστικής αντίληψης για τη Φύση.

Στην τελευταία το κακό παρουσιαζόταν ως επίφαση, που βρισκόταν στην υπηρεσία της κανονιστικά εννοούμενης «αληθινής» ουσίας της Φύσης, αποτελούσε δηλ. απλώς ένα παρελκόμενο της γενικής της δραστηριότητας, η οποία στόχο της είχε πάντα το καλό· το κακό ήταν δηλ. εκείνη η πλευρά της γενικής καλής δραστηριότητας της Φύσης, η οποία έθιγε με τρόπο δυσάρεστο τύχες ατόμων και έτσι φαινόταν, από την περιορισμένη τους σκοπιά, ως κάτι άφιλο και αποτρόπαιο, δηλ. ως κακό. Ο Sade, που θα πρέπει να γνώριζε το έργο του Robinet, ιδιοποιείται την ιδέα του ισοζυγίου μέσα στη Φύση, το οποίο στηρίζεται εξίσου στο καλό και στο κακό, συνάμα όμως- στο πλαίσιο της μηδενιστικής κατάργησης του χωρισμού ανάμεσα σε Ον και Επίφαση, χάρη στην οποία η τελευταία γίνεται μοναδικό Όν- δίνει την προτεραιότητα στο κακό.

Και γι’ αυτόν, βέβαια, το κακό είναι επιφατικό μονάχα, όμως μ’ αυτό δεν εννοεί ότι το καλό στέκει παντοδύναμο στο βάθος των πραγμάτων, αλλά ότι καλό και κακό είναι εξίσου πλασματικά. Η κατάργηση του οντολογικά θεμελιωμένου καλού απαγορεύει να χαρακτηρίζεται το κακό ως «κακό» με την κανονιστική έννοια: γιατί κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν ότι γίνεται αποδεκτή η πραγματικότητα του καλού, οπότε γίνονται δυνατές και οι κανονιστικές κρίσεις. Με τούτη τη σημασιολογική επιφύλαξη, που θα πρέπει να έχουμε κατά νου και στην παρακάτω ανάλυση, το «κακό» ταυτίζεται με ό,τι είναι φυσικό, αφού οι ανατροπές και οι καταστροφές, που συνεπιφέρουν αναγκαστικά την κατάρρευση ή την υποταγή των αδυνάτων, αποτελούν ουσιαστικές πλευρές της δραστηριότητας της Φύσης.

Από τη σκοπιά αυτού του ορισμού της Φύσης κατανοούμε εύκολα τι εννοεί ο Sade όταν προσυπογράφει θερμά τη θέση ότι ο άνθρωπος είναι Φύση [..]

Όπως για τον Hobbes, έτσι και για τον Sade αυτοσυντήρηση σημαίνει eo ipso αυτοδιεύρυνση, επέκταση της οικείας ισχύος, αφού μάλιστα η παρατήρηση δείχνει ότι τίποτε ζωντανό στη Φύση δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί μακροπρόθεσμα χωρίς ανάπτυξη· το τέλος της ανάπτυξης σημαίνει αρχή του γήρατος και είναι προθάλαμος του θανάτου. Από την άποψη αυτή, ο Sade διόλου δεν αμφισβητεί την πρωταρχική σημασία της αρχής της ηδονής, όταν κάποτε θεωρεί τη φιλαρχία και την αγάπη της ισχύος ως τα βαθύτερα κίνητρα της ανθρώπινης δράσης. Άλλωστε η ισχύς και η ηδονή βρίσκονται σε πολλαπλές σχέσεις… [Παν. Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, τόμος Β΄, 191-194]

 

Τρίτη 21/10/2014

News - Thuesday

Messenoire

μαρκήσιος ντε σαντ – ζυστίν ή οι δυστυχίες της αρετής, pandoxeio.com, 17/6/2014.

"«Σας ξαναρωτώ: είμαστε μήπως κύριοι των γού­στων μας; Δεν οφείλουμε να υποκύπτουμε στις ορέ­ξεις που μας έχει δώσει η φύση, όπως το περήφανο κεφάλι της βαλανιδιάς λυγίζει στη μανία της θύελ­λας; Αν η φύση προσβαλλόταν από αυτά τα γούστα, δεν θα μας τα ενέπνεε. Είναι αδύνατον να μας έχει δώσει ένα συναίσθημα φτιαγμένο για να την προ­σβάλλει. Και με την ίδια απόλυτη βεβαιότητα μπο­ρούμε να αφεθούμε στα πάθη μας, όποια κι αν είναι, όσο βίαια κι αν είναι, σίγουροι ότι κάθε ατυχής αντίκτυπός τους ανήκει αναπόφευκτα στα σχέδια της φύσης, της οποίας δεν είμαστε παρά άβουλα όργανα. Και τι μας αφορούν οι επιπτώσεις; Όταν κάνεις κάτι και θέλεις να το χαρείς, δεν τίθεται ζή­τημα επιπτώσεων» [σ. 274 – 275]

Μπορεί σήμερα να διαβαστεί το έργο του ντε Σαντ και με ποιους τρόπους μας αφορά; Είναι δυνατόν η ανάγνωσή του να μας προσφέρει μια πλήρη εικόνα του κόσμου την εποχή κατά την οποία γράφτηκε; Συνομιλεί καθόλου με την σύγχρονη συγκυρία ή αποτελεί απλώς ένα μνημειωμένο έργο αναφοράς; Τι είδους αναγνωστικό ενδιαφέρον και τι πνευματικό νόημα μπορεί να έχει η ιστορία της Ιουστίνης, μιας νεαρής γυναίκας που εκτίθεται ανυπεράσπιστη στην κοινωνία, γίνεται υποχείριο εκμετάλλευσης και εξευτελισμών και καταλήγει σ’ ένα μοναστήρι όπου υφίσταται πάσης φύσεως βιασμούς, σεξουαλικά βασανιστήρια και ψυχολογικές ταπεινώσεις, που υποβάλλεται σε κάθε είδους διαστροφές και «διαστροφές»; Κι όμως, είναι ακριβώς σήμερα όπου η Ιουστίνη είναι ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί λοιπόν ο αναγνώστης…να διαβάσει το βιβλίο ως οργανικό μέρος του προ- και νεωτερικού διαλόγου για την ανθρώπινη φύση· ενός διαλόγου που μέχρι σήμερα ταλανίζει την ερμηνεία του κακού· να διχαστεί ανάμεσα στο κατά Χομπς έμφυτο του κακού στην ανθρώπινη φύση και στην ακριβώς αντίθετη θέση του Ρουσσώ. Να ανοίξει τα μάτια του απέναντι στο φοβερό ενδεχόμενο της επιλογής του κακού από αμέτρητους ανθρώπους, στην οποία σήμερα συνεχίζουμε να εθελοτυφλούμε. Να συλλογιστεί πάνω στα μη- όρια της ανθρώπινης φύσης και στην απόλυτη σχετικότητα θεμελιωδών εννοιών όπως η αρετή, η απόκλιση, η διαστροφή, ο έρωτας, η ευχαρίστηση, η υποταγή. Να τεθεί στο μέσο της διαμάχης ανάμεσα στην επικράτηση του ενστίκτου ή του ορθού λόγου, στην υπηρέτηση του πάθους ή την υπηρεσία του ιδανικού, ανάμεσα στις δυο αντιδιαμετρικά αντίθετες στάσεις ζωής, ανάμεσα στην αρετή και την ακολασία, την εγκαρτέρηση και την έκλυση"

Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ, της Χριστίνας Κατσαντώνη, 

"Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα, Πασκάλ Μπρυκνέρ 1981 - Ρομάν Πολάνσκι 1992 Οπως οι ήρωες του βιβλίου του Γάλλου Πασκάλ Μπρυκνέρ (κυκλοφόρησε το 1981), φτάνουν από τον απόλυτο έρωτα στο μίσος και στη μανία για εκδίκηση, έτσι και οι αναγνώστες του: μια το λατρεύουν, την άλλη το μισούν, διαβάζοντας τις ακραίες περιγραφές του για την εξέλιξη ενός έρωτα από το πάθος, στην εξερεύνηση ακραίων διαστροφών και στην τελική εκδίκηση μέσα από την ταπείνωση, τον φυσικό και ηθικό εξευτελισμό του άλλου. Φυσικά ο Πολάνσκι δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει πολλά από τα ακραία κομμάτια του βιβλίου -όπως και έκανε- ωστόσο η ταινία που παρουσίασε το 1992 με τον Πίτερ Κογιότ, τη σύζυγό του Εμανουέλ Σενιέ, τον Χιου Γκραντ και την Κριστίν Σκοτ Τόμας, κατάφερε να πιάσει και να μεταφέρει την ατμόσφαιρα μιας μοιραίας, αρρωστημένης σχέσης, σε συνδυασμό με τις ανικανοποίητες επιθυμίες ενός καθώς πρέπει παντρεμένου ζευγαριού. Σε καμία περίπτωση, όμως, όχι στο βαθμό που με αγριότητα και πάθος -μέχρι αηδίας- το έκανε το βιβλίο. Να σημειωθεί ότι ο Πολάνσκι διάλεξε διαφορετικό τέλος για την ταινία από αυτό, με το οποίο έκλεισε ο Μπρυκνέρ το έργο του. Και τα δύο έχουν το δικό τους ενδιαφέρον -και εδώ υπερέχει το βιβλίο"

 

Δευτέρα 20/10/2014

[Μπεκτασισμός, τεκτονισμός -νεότουρκοι- και φιλελεύθερη εθνικιστική ιδεολογία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία]

Από τη νεολαγνεία στον μαρασμό, του Ν. Ξυδάκη, Η Καθημερινή, 19/10/2014.

"Μια από τις σοβαρότερες ανησυχίες των Γερμανών αναλυτών για το μέλλον της πατρίδας τους είναι η σταθερή και επιταχυνόμενη γήρανση του πληθυσμού της, ο δημογραφικός μαρασμός. Προβάλλοντας την παρούσα κατάσταση στο μέλλον, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Ετος ενεργού γήρανσης 2012 περιέγραψε ότι το εργατικό δυναμικό της Γερμανίας θα μειώνεται κατά 200.000 ετησίως, για την περίοδο 2010-2020. Η περαιτέρω προβολή δείχνει ότι, αν δεν μεσολαβήσει κάποια ανατροπή, στη Γερμανία οι συνταξιούχοι, από το 31% του πληθυσμού που ήταν το 2010, θα φτάσουν το εφιαλτικό 57% το 2045. Το ίδιο συμβαίνει στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης: σήμερα αντιστοιχούν τέσσερα άτομα παραγωγικής ηλικίας (15-64 ετών) ανά έναν συνταξιούχο (άνω των 65 ετών), το 2060 όμως θα αντιστοιχούν μόνο δύο παραγωγικά άτομα για κάθε συνταξιούχο. Για όλες σχεδόν τις χώρες της Ε.Ε. οι εκτιμήσεις για τις δημογραφικές μεταβολές του εργατικού δυναμικού μεσοπρόθεσμα, το 2020-2060, είναι αρνητικές. Μόνο η Ιρλανδία θα καλπάζει δημογραφικά, ακολουθούμενη από τη Μ. Βρετανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία. Δυστυχώς και σε αυτό το κρίσιμο πεδίο, η Ελλάδα είναι ο αρνητικός πρωταθλητής. Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, η χώρα μας έχει τον περισσότερο γηράσκοντα πληθυσμό μεταξύ των κρατών της Ε.Ε.: οι γέροι αυξάνονταν με ρυθμό 21,4% τα έτη 2001-2006, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου 17,2%. Κατά τη Eurostat, το 2050 το 32,1% του ελληνικού πληθυσμού θα έχει ηλικία μεγαλύτερη των 65 ετών, έναντι 16,6% που ήταν το 2000. Η εκτίμηση έγινε το 2007, πολύ πριν η χώρα χτυπηθεί από την κρίση και επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο οι δείκτες γεννητικότητας και μετανάστευσης. Την ίδια περίοδο, η Ελλάδα είχε τον τρίτο χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων στην Ε.Ε.: 9%, μαζί με την Ιταλία. Χειρότερες ήταν μόνο η Γερμανία και η Πορτογαλία, με 8,4% και 8,5% αντίστοιχα. Η εκτίμηση για την εξέλιξη του εργατικού δυναμικού (ηλικίας 20-64) είναι εξόχως ανησυχητική: από το 2020 έως το 2060, δηλαδή σε μιάμιση γενιά περίπου, το παραγωγικό δυναμικό θα είναι μειωμένο κατά 15%"

Τα πράγματα είναι απλά, του Γιάνη Βαρουφάκη, 19/10/2014.

"Το success story βασίστηκε σε δύο φούσκες που στήθηκαν το τελευταίο 18μηνο με την ενεργό συμμετοχή Βερολίνου-Φραγκφούρτης ώστε να φανεί πως η Κρίση του Ευρώ πέρασε - και τι καλύτερος τρόπος να αποδειχθεί αυτό από το να φανεί πως ακόμα και η Ελλάς βγαίνει από την κρίση! 

. Η μία ήταν η φούσκα των ομολόγων του δημοσίου και η έξοδός μας στις αγορές - υπό την κηδεμονία της ΕΚΤ

Η άλλη ήταν η φούσκα των μετοχών των τραπεζών, που βασίστηκε στην πολιτική των στραβών ματιών στις μαύρες τρύπες στο εσωτερικό τους, σε κρυφές επιδοτήσεις τους από το πτωχευμένο δημόσιο και στην σπέκουλα επί αυτών των μετοχών που στήθηκε πάνω σε αυτή τη βάση.

Πιο πρόσφατα, όπως έγραφα εδώ, το πτωχευμένο κράτος μας προσπάθησε να μεταφέρει κι άλλους πόρους στους τραπεζίτες μέσα από τις λεγόμενες αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις. Στόχος ήταν να επιδοτηθούν περαιτέρω οι τραπεζίτες με εγγυήσεις του δημοσίου και να αυξηθούν τα κεφάλαιά τους τόσο ώστε να περάσουν τα τεστ αντοχής που κάνει τώρα η ΕΚΤ (η πολιτική των στραβών ματιών που προανέφερα). Παρά το γεγονός ότι το κράτος εγγυόταν μελλοντικά κέρδη των τραπεζιτών, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος, αυτή η κουτοπονηριά, αυτό το κόλπο του πολιτικού προσωπικού υπέρ των τραπεζιτών, δεν έπιασε. Τουλάχιστον δεν έπιασε με την πρώτη. Και δεν έπιασε επειδή η ΕΚΤ δεν αποδέχθηκε αυτές τις εγγυήσεις ως πραγματικά κεφάλαια.  Αυτή η αποτυχημένη προσπάθεια να προσμετηρθούν άλλα 9 δισ. στα κεφάλαια των τραπεζών έδωσε το έναυσμα για πωλήσεις τραπεζικών μετοχών, με αποτέλεσμα τη σημερινή εικόνα ενός Χρηματιστηρίου που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις πτωχευμένες τράπεζες - και το οποίο ανεβαίνει μόνο όσο οι φούσκες που χτίζονται με τα χρήματα των φορολογούμενων φουσκώνουν. Κάνουν να σκάσουν οι φούσκες που συντηρεί ο εξουθενωμένος φορολογούμενος και αμέσως το Χρηματιστήριο επιστρέφει στην πικρή πραγματικότητα.  Η κυβέρνηση αντέδρασε τις προηγούμενες μέρες με τρόπο απίστευτο: για να καθησυχάσει τις τράπεζες, και να ξαναφουσκώσει το Χρηματιστήριο, ανακοίνωσε ότι σκέφτεται τις εγγυήσεις για τις αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις να τις καταβάλει με γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου (T-billis), ώστε να αποδεχθεί αυτά τα ποσά η ΕΚΤ ως κεφάλαια των τραπεζών. Ακόμα και να πει το μεγάλο «Ναι» η ΕΚΤ, θα καταφέρει η συγκυβέρνηση να αναστήσει τη φούσκα των τραπεζικών μετοχών και, γενικότερα, του Χρηματιστήριου; Ίδωμεν.  Αυτό που ξέρουμε μετά βεβαιότητας είναι ότι, με αυτή τη νέα κουτοπονηριά, αυξάνεται κι άλλο το κόστος για το δημόσιο καθώς αυτά τα γραμμάτια αποτελούν ακριβό και πολύ βραχυπρόθεσμο δανεισμό του κράτους. Το καταλαβαίνουν αυτό οι χρηματιστές και, παρά το γεγονός ότι ανακουφίστηκαν που οι τραπεζίτες μάλλον θα πάρουν αυτά τα 9 δισ., αρχίζουν να ανησυχούν για το success story της κυβέρνησης και το κατά πόσον το εκλεκτό τους δίδυμο Σαμαρά-Βενιζέλου θα επανεκλεγεί εάν η ολοφάνερη επιβάρυνση του δημόσιου χρέους θα έχει σκάσει την πρώτη φούσκα - η φούσκα της εξόδου στις αγορές.  Δεν χρειάζεται και πολύ σκέψη για να διαπιστώσουν, ακόμα και οι πιο άφρονες των «αγορών», ότι το success story διαλύεται στα εξ ων συνετέθη – και μαζί του η πιθανότητα επιβίωσης μιας κυβέρνησης που συντηρεί αυτές τις φούσκες με δανεικά. Και τι αποφασίζουν να κάνουν, ως αντίδραση (με αγαστή σύμπραξη με τη συγκυβέρνηση); Μα να πουν πως φταίει ο... ΣΥΡΙΖΑ που υπονομεύει το success story της πατρίδας μας"

Μια χρήσιμη κρίση, από Hypothesis, 18/10/2014

"Όπως και με το δημοψήφισμα Γαπ χάθηκε μια πυκνή στιγμιαία συγκυρία για μια πραγματικά ριζική και όχι ρητορική αλλαγή.Μια αναπάντεχη fast track επίσκεψη του Τσίπρα στον Παπούλια όπου θα προσέφερε συναίνεση στην εκλογή προέδρου με αντάλλαγμα άμεσες ρυθμίσεις του πλαισίου της Θεσσαλονίκης, και εκλογές σε συμφωνημένο χρόνο πριν το 16,θα αποσυμπίεζε τις αγορές, αυτές που φοβίζουν και αυτόν,θα έδινε πραγματική ανακούφιση στα θύματα, θα έβαζε την Ελληνική οικονομία σε ένα άλλο πλαίσιο. Ο Συριζα μοιάζει με τον Σαμαρά παρά με τον Γαπ.Ο απομονωμένος Σαμαρας του Ευρωπαικού Λαικού κόμματος το 10-12 ,θα συνυπογράψει την κυβέρνηση Παπαδήμου και ομολογήσει την ανθρώπινη πλευρά του που επιτρέπει σφάλματα.Οσονούπω αναμένεται η συγκυβέρνηση Θεοδωράκη Τσίπρα και οι ιστορικές κοινές συνεντεύξεις Τsipras Renzi όπου θα επιβεβαιωθεί και πάλι η ανθρώπινη φύση με πιο εκλεπτισμένους τρόπους βέβαια. Οι χειρισμοί Χαρδούβελη αποδείχτηκαν τακτικά ολέθριοι αλλά συστημικά επιτυχείς.Τροφοδότησαν με ένα πυκνό σοκ μια σοκαρισμένη κοινωνία .Η ονομαστική ριζική εναλλακτική αριστερά αποδέκτηκε το σοκ και επένδυσε σε αυτό αποσείωντας οποιαδήποτε ευθύνη.Μα το σοκ δεν είναι χρηματιστηριακό συμβάν είναι ιδεολογία.Ούτε ένας αφηγητής του Συριζαικού story δεν προσπάθησε να αποδομήσει το σοκ των spreads, και να αποδεχθεί μια μερική ευθύνη, βάζοντας υποθήκη για εύλογες αντιδράσεις των αγορών στην λεγόμενη αντιμνημονιακή φαση.Ο τρόμος φυλάει τα έρημα. Η κρίση των spreads , είναι ελπιδοφόρα και τραγική.Αποκάλυψε την αστική ρηχότητα σε ιδέες , τον πανικό της ριζοσπαστικής αριστεράς εμπρός στις αγορές και δίνει χώρο να αναδυθούν οι πιο αναστοχαστικές οπτικές.Είναι όμως και τραγική καθώς αναδεικνύει πιθανόν το σχήμα της επομένης περιόδου που μοιάζει με πολλαπλά W σε παράταξη"

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΚΚΕ.(ΒΓΕΙΤΕ ΡΕ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΥΛΗ ΚΙ ΑΝΕΒΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΝΑ ΣΑΣ ΦΟΡΕΣΟΥΜΕ ΑΓΚΑΘΙΝΟ ΣΤΕΦΑΝΙ), posted by Celin, 17/10/2014

""Κι αν δε φταιει ο λαός που παθητικοποιήθηκε αλλά το ΚΚΕ που δε τον ενεργοποίησε;" Φτάσαμε λοιπόν στο ερώτημα του Κολόμβου, αυγό η κότα; Λαός ή ΚΚΕ ο φταίχτης;  Δεν έχει άραγε καμία ευθύνη το ΚΚΕ που δε κατάφερε να οργανωσει,, να ενεργητικοποιήσει, να εμπνεύσει, να μπει μπροστάρης; Η μήπως η σύγχρονη πραγματικότητα έχει παράξει τόσο δειλούς, χέστες και φοβισμένους ανθρώπους που κανένα κόμμα, καμία εμπνευσμένη λέξη, καμία θαραλλέα πράξη, δε θα μπορούσε να αλλάξει το παραμικρό, τουλάχιστον μέχρι να φτάσουν τα πράγματα στο απροχώρητο; Όποιος διαβάζει συστηματικά το ιστολόγιο, γνωρίζει τις αναρτήσεις μου που ασχολούνται με το γιατί οι άνθρωποι δεν εξεγείρονται. Βρίσκονται δίπλα, στις προτεινόμενες,  προφανώς και δε θα επαναλάβω για πολλοστή φορά τα ίδια. Ξεκάθαρη άποψη μου είναι ότι τα πράγματα είναι σκούρα, ότι η κοινωνία του θεάματος μας εκφύλισε/παθητικοποίησε/αποχαύνωσε/αλλοτρίωσε σε τέτοιο βαθμό, που οι άνθρωποι είναι "ικανοί" να βλέπουν τον Πρωθυπουργό να σκοτώνει βρέφη στο Σύνταγμα και η αντίδραση τους να είναι 

"ΜΑ ΚΑΛΑ, ΔΕ ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ;"

Βασικά, αυτό ακριβώς γίνεται και τώρα. Η Κυβέρνηση σκοτώνει βρέφη, παιδιά, ψυχές που δε γεννιούνται λόγω οικονομικής κατάστασης, ψυχές που έχουν γεννηθεί αλλά αυτοί οι άθλιοι τους βιάσαν το μελλον, ψυχές νεκρές από την απόγνωση. Και η αντίδραση του λαού σε αυτό; Ευρωεκλογές και 70% ΕΠΙΚΡΟΤΗΣΗ ΑΥΤΟΥ

(Αν το Σύστημα εκφράζεται-τουλάχιστον στα φανερά-από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ-ΔΗΜΑΡ-ΠΟΤΑΜΙ-ΤΖΗΜΕΡΟ κλπ, αυτοί μάζεψαν περίπου 50%, βάλε και την αποχή η οποία αποχή είναι πάντα ανοχή στη Κυβέρνηση, βγαίνει το 70% και δεν έβαλα καν ΣΥΡΙΖΑ μέσα ο οποίος μας λέει ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΕ ΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΑ, δηλαδή, μια παρεξήγηση ήταν αυτό ρε παιδιά, οκ,, η Ευρωπαικη Ένωση μας δολοφόνησε κανονικά ως τώρα αλλά μετα θα μετανιώσει όταν δει τον Αλέξη)

70% ΕΠΙΚΡΟΤΗΣΗ ΑΥΤΟΥ σε μία εκλογική διαδικασία που ΟΥΔΕΜΙΑ αλλάγή στη πολιτική κατάσταση δε συνεπιφέρει.  Ευρωεκλογές, τί ποιο κατάλληλο για μια αντισυστημική ψήφο διαμαρτυρίας;  Συγγνώμη, ειλικρινά δεν είμαι κάποιο φανατισμένο κομματόσκυλο που πάει να βγάλει λάδι το ΚΚΕ αλλά εδώ δεν υπάρχει κανένα αναπάντητο ερώτημα του Κολόμβου. Είναι ο Ελληνικός Λαός, που όπως όλοι οι λαοί της Δύσης, εχουν κάνει τη κατά Σπένγκλερ "μεταφυσική στροφή προς τον θάνατο" και ενώ σαν άτομα, φυσικά και θέλουν να ζήσουν, σαν συλλογικός τύπος, σαν κοινωνία, έχουν αποφασίσει να πεθάνουν"

 

Κυριακή 19/10/2014

Honoré Gabriel Riqueti, comte de Mirabeau, wikipedia

"Honoré Gabriel Riqueti, comte de Mirabeau (9 March 1749 – 2 April 1791) was a leader of the early stages of the French revolution. A noble, before 1789 he was involved in numerous scandals that left his reputation in ruins. However during the early years (1789–91) of the French Revolution he rose to the top and became the voice of the people. A successful orator, he was the leader of the moderate position, favoring a constitutional monarchy built on the model of Great Britain. When he died (of natural causes) he was a great national hero, even though support for his moderate position was slipping away. The later discovery that starting in 1790 he was in the pay of the king and the Austrian enemies of France caused his disgrace. Historians are deeply split on whether he was a great leader who almost saved the nation from the Terror, or a venal demagogue lacking political or moral values, or a traitor in the pay of the enemyMirabeau's violent disposition led him to quarrel with a country gentleman who had insulted his sister, and his exile was changed by lettre de cachet into imprisonment in the Château d'If in 1774. In 1775 he was transferred to the castle of Joux, where he was not closely confined, having full leave to enter the town of Pontarlier. In a house of a friend he met Marie Thérèse de Monnier, known as "Sophie", and the two fell in love. He escaped to Switzerland, where Sophie joined him; they then went to the United Provinces, where he lived by writing hack work for the booksellers; meanwhile Mirabeau had been condemned to death at Pontarlier for sedition and abduction, and in May 1777 he was seized by the Dutch police, sent to France and imprisoned by a lettre de cachet in the castle of Vincennes.

The early part of his confinement is marked by indecent letters to Sophie (first published in 1793), and the obscene Erotica biblion and Ma conversion. In Vincennes, he met the Marquis de Sade, who was also writing erotic works; however the two disliked each other intensely. It was in these writings, however, that Mirabeau developed experience as an orator. He learned how to curb his natural eloquence and his dialectic became firm, commanding and moving. The prison in which he was held was the first platform to hear his voice.[5] Later during his confinement, he wrote Des Lettres de Cachet et des prisons d'état, published after his liberation (1782). It exhibits an accurate knowledge of French constitutional history, skillfully marshaled to demonstrate that the system of lettres de cachet was not only philosophically unjust but constitutionally illegal. It shows, though in a rather diffuse and declamatory form, wide historical knowledge, keen philosophical perception, and genuine eloquence, applied to a practical purpose, which was the great characteristic of Mirabeau, both as a political thinker and as a statesman"

Der Verrat ist ein Buch des Autors Sebastian Haffner. Erstmals erschien es 1968 unter dem Titel „Der große Verrat“ als Serie in der Zeitschrift Stern. Im Jahr 1969 folgte die Buchausgabe mit dem Titel „Die verratene Revolution – Deutschland 1918/1919“. Später ebenfalls benutzte Titel sind: „Die deutsche Revolution 1918/1919“ sowie „1918/1919 – eine deutsche Revolution“. Haffner befasst sich in diesem Buch mit den Ereignissen während der Novemberrevolution 1918. Der Titel „Verrat“ zitiert dabei kritisch eine Schlüsselvokabel aus den deutschen Rechtfertigungsversuchen nach 1918 und 1945.

Friedrich Ebert repräsentierte wie kein anderer nach 1918 die neue Weimarer Demokratie. Es ist deshalb wenig erstaunlich, dass – wie die Republik als ganze – auch seine Politik und Leistungen von Anfang an höchst umstritten waren, nicht zuletzt in seiner eigenen Partei. In der historischen Forschung hat sich die kontroverse Beurteilung Eberts fortgesetzt. Nachdem sich in der Bundesrepublik – in Auseinandersetzung mit der kommunistischen Historiographie – zunächst eine positive Bewertung Eberts als Schöpfer und Verteidiger der Weimarer Demokratie gegen Umsturzversuche von links durchsetzte, hat sich sein Bild in der letzten Jahrzehnten eingetrübt. Die „Grenzen Eberts“ (H.A. Winkler) sind mehr und mehr in den Vordergrund gerückt. Insbesondere sein Vertrauen in die alten Eliten in Bürokratie und Militär sowie sein extensiver Gebrauch des Paragraphen 48 haben seinen Beitrag zur Stabilisierung der Weimarer Demokratie zwiespältig erscheinen lassen. Die monumentale, mehr als 1000 Druckseiten umfassende Studie von Walter Mühlhausen, stellvertretender Geschäftsführer der Stiftung Reichspräsident Friedrich-Ebert-Gedenkstätte in Heidelberg, nimmt gegenüber solchen Argumenten eine Rehabilitierung Eberts als „Staatsmann“ vor. Auf der Grundlage eines detaillierten Nachvollzugs der Ebertschen Politik erläutert und erklärt sie die Entscheidungen des ersten Reichspräsidenten und betont ihre Bedeutung für die vorübergehende Stabilisierung der Republik. Ebert, so Mühlhausen, habe für die demokratische Stabilisierung „im wesentlichen das getan, was ein Staatsoberhaupt [...] zu tun in der Lage war“ (S. 999f.).

Körper-Erklärer Fritz Kahn: Im Inneren der Menschmaschine

Körper-Erklärer Fritz Kahn. Im Inneren der Menschmaschine. Stromkabelnerven, Motormuskeln und die Leber als Chemiefabrik: Fritz Kahn erklärte den Körper in spektakulären Schaubildern und stieg so in den zwanziger Jahren zum Star in der Populärwissenschaft auf. Auch für die Sexualität fand er beeindruckende Bilder - wenngleich er es nicht immer ganz genau nahm. Von Christoph Gunkel, Der Spiegel

"Er war berühmt geworden mit technischen Zeichnungen des Körpers, mit seiner Beschreibung des Menschen als Hochleistungsmaschine. Das Gehirn eine Schaltzentrale, das Herz eine Kolbenpumpe, der Magen eine Raffinerie. Der ganze Körper ein hocheffizientes System aus Röhren, Motoren, Förderbändern. Doch jetzt, auf dem Höhepunkt seines Erfolgs als wohl bekanntester Populärwissenschaftler Deutschlands, musste Fritz Kahn fliehen. Ausgerechnet vor einer Ideologie, die Menschen zu noch effektiveren Hochleistungsmaschinen züchten wollte. Um Kriege zu gewinnen. Um Völker zu unterjochen. Fritz Kahn war deutscher Jude und natürlich wollte er mit seinen spektakulären Illustrationen nur veranschaulichen und erklären - nicht entmenschlichen oder gar den kalten Körperkult der Nationalsozialisten befeuern. Nun, mit dem Machtantritt Hitlers, geriet sein Leben in Gefahr. Er verlor die Zulassung als Arzt. Die Nazis verbrannten seine Bücher, selbst wenn sie Sympathie für sie gehabt haben mochten. Kahn emigrierte mit seiner Familie nach Palästina, ließ sich scheiden, heiratete erneut, zog nach Paris und musste wieder um sein Leben fürchten, als die Wehrmacht 1940 Frankreich angriff. Er floh nach Bordeaux und wurde kurzfristig wegen Spionageverdachts interniert - auch, weil er seine wissenschaftlichen Notizen gern mit geheimnisvoller Kurzschrift codierte. Schließlich flüchtete er nach Spanien und versuchte wochenlang über die US-Botschaft in Lissabon, ein Visum für die USA zu bekommen. Vergeblich. Seine letzte Hoffnung war ein weiterer berühmter jüdischer Wissenschaftler. Sein Name: Albert Einstein"

Tsiga Wertow - Der Mann mit der Kamera ist sein Bruder Michail Kaufmann

Der Mann mit der Kamera und die Frau mit der Schere, kultur-ostbayern.de, 1/9/2010.

"Dsiga Wertow geboren als Denis Arkadjewitsch Kaufman 1896 in Białystok, sah sich ganz im Geiste der Oktoberrevolution dazu verpflichtet, sein filmisches Schaffen in den Dienst des Aufbaus eines sowjetisch-sozialistischen Staates zu stellen. In diesem Sinne lehnte es jegliche Inszenierung und somit den Spielfilm an sich ab. Er sah im Dokumentarfilm ein “revolutionäres Potential”. Einzig Schnitt und Montage sah er als legitimes filmisches Mittel an. Selbst auf den Einsatz von Zwischentiteln verzichtete er ganz. Der Film ist seiner Zeit alleine deswegen weit voraus, weil Wertow darin die Entstehung des Filmes offen legt und somit dem Filmhandwerk an sich huldigt. Der Mann mit der Kamera ist Wertows Bruder, der Kameramann Michail Kaufman, die Frau mit der Schere ist seine Frau, die Cutterin Jelisaweta Swilowa. (Ein dritter Bruder, Boris Kaufman war Kameramann und Oscar-Preisträger in Hollywood.) So kann der Zuschauer die Entstehung des Filmes miterleben vom Dreh, über den Scheideraum bis hin zum fertigen Film. Der Film besitzt auch eine gewisse Ähnlichkeiten mit Berlin - Symphonie einer Großstadt (D 1927). Die Stadt steht im Mittelpunkt, sowie ihre Bewegung, ihre Schnelligkeit durch Motorisierung und Mechanisierung. Gedreht wurde in Odessa, Kiew und Moskau. Auch der Mensch in dieser Stadt kommt vor. Dabei wird der Unterschied zwischen den Klassen deutlich sichtbar: Zum einem ist da der Arbeiter, der in der Fabrik oder im Bergbau sein Leben und seine Gesundheit riskiert. Auf der anderen Seite die feinen Damen, die mit schönen Hüten und Juwelen in Kutschen spazieren fahren. Das wirkt nun ganz und gar nicht, als sei es mit der sozialistischen Führung abgesprochen. Gut, die meisten Menschen lachen, so als seinen sie voller Hoffnung, aber jene Wahrheit dahinter können sie nicht verbergen. Weiterhin sind Freizeitbeschäftigungen, wie Rummel, Bierhallen und sportliche Betätigung zu sehen. Da wundert man sich schon über so einiges. Zum Beispiel, dass in der Sowjetunion der 20er Jahre Basketball gespielt wurde, oder man auf dem Jahrmarkt auf Schießscheiben in Form alter Frauen mit einem Hakenkreuz auf dem Kopftuch schießen konnte. Auch gab es schon Bauch-Weg-Geräte und freizügige Bademode. Ja, sogar Bikinis waren am Strand weit verbreitet! Manchmal sieht man auch, dass Wertow heimlich gefilmt hat, und dass ihm ziemlich egal war, ob er damit die Intimsphäre der abgebildeten Menschen verletzte. Zwar war das Medium Film zu diesem Zeitpunkt schon dreißig Jahre alt, aber ein Recht auf Persönlichkeitsschutz lag noch in weiter Ferne"

[Α Παγκόσμιος Πόλεμος- Βαϊμάρη- Ακρωτηριασμοί-Προσθετικά μέλη-]

 

The Ebola crisis Much worse to come, The Economist

News - Saturday

Last Updated on Friday, 17 October 2014 19:10 Written by Administrator Friday, 17 October 2014 19:06

ON MARCH 25th the World Health Organisation (WHO) reported a rash of cases of Ebola in Guinea, the first such ever seen in west Africa. As of then there had been 86 suspected cases, and there were reports of suspected cases in the neighbouring countries of Sierra Leone and Liberia as well. The death toll was 60. On October 15th the WHO released its latest update. The outbreak has now seen 8,997 confirmed, probable and suspected cases of Ebola. All but 24 of those have been in Guinea (16% of the total), Sierra Leone (36%) and Liberia (47%). The current death toll is 4,493. These numbers are underestimates; many cases, in some places probably most, go unreported. This all pales, though, compared with what is to come. The WHO fears it could see between 5,000 and 10,000 new cases reported a week by the beginning of December; that is, as many cases each week as have been seen in the entire outbreak up to this point. This is the terrifying thing about exponential growth as applied to disease: what is happening now, and what happens next, is always as bad as the sum of everything that has happened to date. Exponential growth cannot continue indefinitely; there are always barriers. In the previous 20 major outbreaks of the disease since its discovery in 1976, all of which took place in and around the Democratic Republic of the Congo, the initial rapid spread quickly subsided. In the current outbreak, though, the limits have been pushed much further back; it has already claimed more victims than all the previous outbreaks put together.

Grim reckoning

There are two reasons for this. Those earlier outbreaks were often in isolated places where there are few opportunities for transmission far afield—the transfer of the virus between a wild animal and a human that sets off all such outbreaks is more likely off the beaten track. And they were mostly recognised quickly, with cases isolated and contacts traced from very early on; one was stopped this way in Congo in the past few months. The west African outbreak has broken through the barriers of isolation and into the general population, both in the countryside and the cities, and it was up and running before public-health personnel cottoned on. There is no reason to expect it to subside of its own accord, nor to expect it to come under control in the absence of a far larger effort to stop it. Trying to be precise about how bad things could get, absent that effort, is not possible. This is not just because the actual number of cases is not well known. The rate at which cases give rise to subsequent cases, which epidemiologists call Rο, is the key variable. For easily transmitted diseases Rο can be high; for measles it is 18. For a disease like Ebola, much harder to catch, it is lower: estimates of Rο in different parts of the outbreak range from 1.5 to 2.2. Any Rο above 1 is bad news, though, and seemingly small differences in Rο can matter a lot. An Rο of 2.2 may sound not much bigger than an Rο of 1.5, but it means numbers will double twice as fast.

And Rο is not a constant. It depends both on the biology of the virus, the setting of its spread (city or country, slum or suburb) and the behaviour of the people among whom it is spreading. Over the course of the crisis the second two factors are bound to change as the virus moves to different places and as people start to adapt. Given high rates of mutation, which bring with them the possibility of evolutionary change, it is possible that the first could change, too. Peter Piot, one of the researchers who first identified the Ebola virus in 1976, stresses that the course of an outbreak does not always follow smooth curves; it can stutter and flare up. None of this complexity, though, offers much reassurance. While doubtless imperfect, plausible model-based extrapolations such as a recent one from America’s Centres for Disease Control and Prevention (CDC) suggest, in the absence of intervention, that there could be 1.4m cases in west Africa in the next three months.

Not that Ebola will necessarily be contained in west Africa. Despite it having infected health-care workers in America and Spain, and worries that one of those Americans could have passed it further, public-health experts are largely confident that outbreaks can be contained in countries with robust medical systems and the ability to trace contacts. But transfer to other places with poor health systems might allow the virus to take hold in new cities. Especially if it makes inroads into Nigeria, where one set of cases has been successfully controlled, the virus could travel on to India, rich in slums with poor health care, or China, where infection control in hospitals can be worryingly lax.

The steps to avert such a cataclysm are reasonably clear: cases must be identified quickly, patients isolated and their contacts traced; changes in behaviour which reduce transmission rates must be encouraged through education campaigns and community action. The difficulty is doing all these things quickly and on a large scale. Modelling suggests that getting 70% of the sick into settings that reduce transmission of the virus—clinics, treatment centres or safe settings for treatment in the community—would bring things under control. That is a tall order.

The three countries currently afflicted are all exceedingly poor and plagued by various levels of instability and dysfunction. Guinea, the only one to have avoided civil war following independence, has been plagued by military coups and civil strife. In Sierra Leone many public institutions had only just started to be rebuilt after the civil war that finished over a decade ago. The wounds of Liberia’s civil war are fresher and deeper. Foreign peacekeepers maintain public security; many institutions barely exist. At the start of the crisis the countries had only a few hundred doctors between them. Many of those doctors, including Sheik Umar Khan, who led Sierra Leone’s response, have since died of the disease. In an echo of the way that, inside the body, it targets the immune system first, in the community Ebola hits health-care workers hardest.

Providing the infrastructure for a better response is thus a matter for outsiders. Some help has come from governments, some from non-governmental organisations such as Médecins Sans Frontières (MSF), an NGO which has provided about two-thirds of the isolation beds used to treat Ebola patients so far. Expansion moves apace. Beneath the looming Peninsula Mountains to the south of Sierra Leone’s capital, Freetown, the sleepy village of Kerry Town is the scene of frantic activity, as more than 200 construction workers sweat through the night to complete the first of six Ebola clinics to be set up in the country by the British army (some snatch a nap on the table in the morgue). Solar panels are being installed, a borehole drilled for water, a concrete access road laid to link up with the coastal highway. The centre will hold 90 beds, with an additional 12 set aside in a ward for the health workers. A military spokesman says the site should be completed by the end of the month.

Read more: The Ebola crisis Much worse to come, The Economist

 

Σάββατο 18/10/2014

Σύγχρονος Γνωστικισμός Η σχολή Γκουρτζίεφ, του Θεόδωρου Ζιάκα, από το Αντίφωνο, 13/10/2014

"Ὁ Γεώργιος Ἰβάνοβιτς Γκουρτζίεφ γεννήθηκε τὸ 1869 στὴν Ἁλεξανδρούπολη τῆς ἐπαρχίας Κὰρς τῆς Ἁρμενίας, ἀπὸ πατέρα Ἕλληνα καὶ μητέρα Ἁρμένισσα. Φοίτησε στὸ ἑλληνικὸ σχολεῖο τῆς γενέτειράς του καὶ ἐν συνεχείᾳ στὸ ρωσικὸ κολέγιο τοῦ Κάρς, ὑπὸ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ στρατιωτικοῦ ἀρχιμανδρίτη Μπόρις, φίλου τοῦ πατέρα του. Ἁντὶ νὰ ἀκολουθήσει θρησκευτικὲς καὶ ἐπιστημονικὲς σπουδὲς καὶ νὰ γίνει παπὰς καὶ γιατρός, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ δάσκαλός του, ἀποφάσισε νὰ ἀφιερώσει τὴ ζωή του στὴν ἀναζήτηση τῶν ἐξηγήσεων στὰ μυστήρια ποὺ ἀφήνουν ἀνεξήγητα ἡ θρησκεία καὶ ἡ ἐπιστήμη: στὴν ἀναζήτηση τῆς Γνώσης μὲ κεφαλαῖο γάμα. Γιὰ τὴν ἀνεύρεση τῆς «ἀνώτερης» αὐτῆς Γνώσης ἵδρυσε τὸ 1896 τὴν διεπιστημονικὴ ὁμάδα «Ἁναζητητὲς τῆς Ἁλήθειας», ἀπὸ γιατρούς, ἀρχαιολόγους, γεωγράφους, μουσικοὺς κ.ἄ. Καὶ ἐξαφανίστηκε, γιὰ πολλὰ χρόνια, σὲ εἰδικὲς ἀποστολὲς στὴ Μέση Ἁνατολή, τὴν Αἴγυπτο, τὴν κεντρικὴ Ἁσία, τὴν Ἰνδία, τὸ Θιβέτ, τὴν Ἄπω Ἁνατολή, τὴν Ἰνδονησία, μέχρι καὶ τὴν Αὐστραλία. Τί ἀπ’ αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια καὶ τί μύθος μόνο ὁ ἴδιος τὸ ξέρει.
Τὸ 1912 ἐμφανίζεται ξαφνικὰ στὴ Μόσχα καὶ ἀναγγέλλει τὴν ἵδρυση τοῦ «Ἰνστιτούτου γιὰ τὴν ἁρμονικὴ ἀνάπτυξη τοῦ Ἁνθρώπου». Ὑποτίθεται ὅτι εἶχε βρεῖ μιὰ «πανάρχαια» Γνώση, τὴν εἶχε κάνει «Σύστημα» καὶ ἐργαζόταν γιὰ τὴν ἐφαρμογή της στὸν σύγχρονο κόσμο. Υἱοθετώντας τὸ θεοσοφικὸ λεξιλόγιο, ποὺ ἦταν τοῦ συρμοῦ στοὺς γνωστικοὺς κύκλους τῆς ἐποχῆς, προσήλκυσε γύρω του ἕναν ἀριθμὸ σημαντικῶν Ρώσων διανοουμένων. Ἡ προσπάθειά του ἔμεινε, ὡστόσο, στὰ σκαριά. Ἡ Σοβιετικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1917 τὸν ὑποχρέωσε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ρωσία. Μετέφερε γιὰ λίγο τὴ σχολή του στὸν Καύκασο. Καὶ ἔπειτα στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἁλλὰ οὔτε ἐκεῖ ἦταν εὐνοϊκὲς οἱ συνθῆκες. Ἔτσι κατέληξε στὴ Δύση. Τὸ 1922 ἐγκαθιστᾶ τὸ Ἰνστιτοῦτο του στὴ Γαλλία, στὸ Πριερέ, κοντὰ στὸ Φοντενεμπλώ. Ἐκεῖ, στὴν ἕδρα τῆς σχολῆς, ἔθεσε σὲ δοκιμασία καὶ προσπαθοῦσε νὰ τελειοποιήσει ἕνα εἰδικὸ σύστημα αἰσθησιοκινητικῶν μεθόδων κατανόησης τῆς Γνώσης, τὶς λεγόμενες «Κινήσεις». Παράλληλα, μέσω δημοσίων διαλέξεων, κοινοποιοῦσε πρὸς τὰ ἔξω τὴ βασικὴ ἰδέα- σκοπὸ τῆς σχολῆς του: τὴν ἐπεξεργασία μιᾶς «ἐπιστημονικῆς» μεθόδου γιὰ τὴν «ἁρμονικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου». Ἡ δουλειά του στὸ Πριερὲ θὰ τοῦ δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ἀσκήσει ἐπιρροὴ σὲ ἐπιλεγμένους ἀνθρώπους στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἁμερική.
Ἁπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν ὁμάδων τῆς Μόσχας ὁ Γκουρτζίεφ ἀπέφευγε τὴ γραπτὴ διατύπωση τῶν ἰδεῶν του, μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ κατανόηση εἶναι συνάρτηση τοῦ «εἶναι» κάθε ἀνθρώπου. Ὅταν μιὰ ἀνώτερη διδασκαλία κοινοποιεῖται, μέσω ἑνὸς βιβλίου, στὸ δεδομένο ὑπανάπτυκτο «εἶναι» τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, εἶναι καταδικασμένη νὰ παρανοηθεῖ καὶ νὰ διαστρεβλωθεῖ. Τὰ Εὐαγγέλια π.χ. εἶναι προσιτὰ σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι μᾶλλον ἀπογοητευτικό. Χωρὶς τὴ βίωση τῆς ἀλήθειας ἡ κατανόησή της εἶναι ἀδύνατη. Καὶ ἀκριβῶς γι’ αὐτό, ἔλεγε, εἶχε ἐπεξεργαστεῖ τὶς Κινήσεις: ὡς μέσο γιὰ τὴν πρόκληση τοῦ ἀναγκαίου βιώματος. Συνεπὴς στὴν «ἀντισυγγραφικὴ» θέση του δὲν ἐπέτρεπε στοὺς ἀκροατὲς τῶν διαλέξεών του νὰ κρατοῦν σημειώσεις. (Μερικοὶ βέβαια κατέγραφαν ἔπειτα ὅ,τι εἶχαν ἀκούσει.)
Μετὰ ἀπὸ ἕνα αὐτοκινητιστικὸ δυστύχημα καὶ γιὰ λόγους ποὺ ἀγνοοῦμε, ὁ Γκουρτζίεφ ἔκλεισε τὸ Ἰνστιτοῦτο του καὶ ἀφοσιώθηκε σ’ αὐτὸ ποὺ πρὶν θεωροῦσε μάταιο: τὴ γραπτὴ διατύπωση τῆς διδασκαλίας του. Ἔγραψε τρία βιβλία: τὶς Ἱστορίες τοῦ Βεελζεβοὺλ στὸν ἐγγονό του, τὶς Συναντήσεις μὲ ἀξιοσημείωτους ἀνθρώπους καὶ τὸ ἡμιτελὲς Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι πραγματικὴ παρὰ μόνο ὅταν «Εἶμαι». Τὸ 1935 σταμάτησε νὰ γράφει. Γιὰ ἄγνωστους καὶ πάλι λόγους.
Ὡστόσο δεχόταν κόσμο στὸ διαμέρισμά του στὸ Παρίσι, ὅπου καὶ ἔκανε διάσημες προπόσεις «εἰς ὑγείαν τῶν ἠλιθίων». Καὶ ἐργαζόταν, λένε, ἐντατικὰ γιὰ τὴ διαμόρφωση τῶν ἀνθρώπων στοὺς ὁποίους θὰ ἐμπιστευόταν τὸ μέλλον τῆς σχολῆς του. Θὰ πεθάνει τὸ 1949 στὸ Νεϊγύ, ἐνῶ ἦταν ἕτοιμος γιὰ τὸ τελευταῖο μεγάλο ταξίδι του στὴν Ἁμερική.
Ὁ πιὸ προικισμένος μαθητὴς τοῦ Γκουρτζίεφ ἦταν ὁ μαθηματικὸς Πέτρος Ντεμιάνοβιτς Οὐσπένσκυ (1878-1947). Εἶχαν συναντηθεῖ τὸ 1915 καὶ συνεργάζονταν μέχρι τὴν ἐγκατάστασή τους στὴ Δύση. Τὸ βιβλίο του Ἁναζητώντας τὸν κόσμο τοῦ θαυμαστοῦ, ἀποσπάσματα μιᾶς ἄγνωστης διδασκαλίας, θεωρεῖται ἡ καλύτερη ἐπιτομὴ τοῦ γκουρτζιεφικοῦ συστήματος. Ἐκδόθηκε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Οὐσπένσκυ καὶ ἐνῶ ζοῦσε ἀκόμη ὁ Γκουρτζίεφ, ὁ ὁποῖος τὸ βρῆκε «ἀπολύτως ἱκανοποιητικό». Πρόκειται γιὰ τὸ βιβλίο ποὺ θὰ κάνει προσιτὲς τὶς ἰδέες τῆς σχολῆς στὸ εὐρύτερο κοινό.
Ἁξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐγκατάστασής τους στὴν Εὐρώπη οἱ δύο ἄνδρες δὲν εἶχαν καμιὰ ἐπικοινωνία. Ὁ Οὐσπένσκυ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἁγγλία καὶ κρατήθηκε ἐπιμελῶς σὲ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν δάσκαλό του. Ἄνοιξε δική του σχολή, ἔφτιαξε μαθητὲς καὶ ἀπέκτησε αὐτοτελῆ φήμη, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ γίνεται λόγος γιὰ «Σχολὴ Γκουρτζίεφ- Οὐσπένσκυ». Καὶ ὄχι ἀδίκως, ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι τὰ προηγούμενα ἔργα του, Tertium Organum καὶ Ἕνα νέο πρότυπο τοῦ σύμπαντος (ὅπου βρίσκουμε καὶ τὴ μοναδικὴ ὁλοκληρωμένη θεωρητικὴ διαπραγμάτευση τῆς «αἰώνιας ἐπιστροφῆς»), τὸν εἶχαν καθιερώσει ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1920 ὡς σοβαρὸ καὶ πρωτότυπο γνωστικὸ φιλόσοφο.
Πολὺ πρὶν γνωρίσει τὸν Γκουρτζίεφ, ὁ Οὐσπένσκυ εἶχε μελετήσει τοὺς «δρόμους τοῦ καλόγερου, τοῦ φακίρη καὶ τοῦ γιόγκι». Εἶχε πειστεῖ ὅτι εἶχαν κάποια ἀποτελεσματικότητα, ἀλλὰ μέσα στὸ θρησκευτικό τους οἰκοσύστημα. Τοὺς θεωροῦσε ἐντελῶς ἀκατάλληλους γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁραματιζόταν ἕνα «Σύστημα» βασισμένο στὸν λόγο καὶ στὸ πείραμα – δίχως καθόλου θρησκευτικὰ προαπαιτούμενα. Κι αὐτὸ ἀκριβῶς πίστεψε ὅτι βρῆκε στὸν «Τέταρτο Δρόμο» τοῦ Γκουρτζίεφ: τὸν «δρόμο» ποὺ «συναιροῦσε» τοὺς τρεῖς παραδοσιακούς, ὑπερβαίνοντάς τους. Μιλᾶ μάλιστα γιὰ «ἀποδείξεις» ποὺ εἶχε λάβει, ἐννοώντας ὅτι ὁ Γκουρτζίεφ κατεῖχε «δυνάμεις» σὰν κι αὐτὲς ποὺ ἀποδίδονται στοὺς παραδοσιακοὺς δρόμους.
Τὸν προβλημάτιζαν, ὡστόσο, οἱ ἀνεξήγητες πρακτικὲς ἐπιλογὲς τοῦ δασκάλου του στὴν Εὐρώπη. Διέβλεπε σ’ αὐτὲς ἀνομολόγητα θρησκευτικὰ συμφραζόμενα. Εἶχε συνάμα τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Γκουρτζίεφ κοινοποιοῦσε μόνο «ἀποσπάσματα» ἀπὸ τὸ «Σύστημα». Ὅτι ἔκρυβε βασικὰ σημεῖα του... Τελικῶς ἡ διαφορά τους, κι αὐτὸ εἶναι ποὺ ἔχει σημασία, ἀφοροῦσε στὸν τρόπο ἐφαρμογῆς τῆς γκουρτζιεφικῆς διδασκαλίας καὶ ὄχι στὴ διδασκαλία καθ’ ἑαυτήν.
Στὶς τελευταῖες στιγμές του, ὁ μᾶλλον εὐθὺς καὶ εἰλικρινὴς αὐτὸς ἄνθρωπος θὰ πεῖ: «δὲν ὑπάρχει Σύστημα». Θὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ὁ κεντρικὸς στόχος τῆς ζωῆς του ἦταν μιὰ χίμαιρα. Ἂν ὁ δάσκαλος ἑστιαζόταν στὸ αἰσθησιοκινητικὸ σύστημα καὶ ὁ καλύτερος μαθητής του στὸ διανοητικό, ἄλλοι θὰ δώσουν ἔμφαση στὸ συναισθηματικό. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὁ ἱστορικὸς τῆς ρωσικῆς μοναρχίας Μπόρις Μουραβιώφ, θὰ δώσει τὸ πιὸ συστηματικὸ ἔργο τῆς Σχολῆς μὲ τίτλο: Γνώση, μελέτη καὶ σχόλια στὴν ἐσωτερικὴ παράδοση τῆς ἀνατολικῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐνῶ στὰ ἔργα τῶν Γκουρτζίεφ καὶ Οὐσπένσκυ γίνονται μόνο νύξεις γιὰ τὶς ὑποτιθέμενες χριστιανικὲς πηγὲς τοῦ συστήματος (ὁ πρῶτος μιλᾶ γιὰ «ἐσωτερικὸ χριστιανισμό», ἐνῶ ὁ δεύτερος παραπέμπει στὴ Φιλοκαλία), στὸ ἔργο τοῦ Μουραβιὼφ τὸ «σύστημα» ἐκτίθεται ρητὰ ὡς «ὀρθόδοξος» χριστιανικὸς γνωστικισμός"

Το Χαλιφάτο ως πολιτικό αποτέλεσμα... ενενήντα χρόνια μετά την κατάργησή του (1924 – 2014), Πάνος Κουργιώτης, περ. Χρόνος

"Το 1925, ένα χρόνο μετά την κατάργηση του Χαλιφάτου στον απόηχο της κοσμικής κεμαλικής επανάστασης, ο Ουλεμάς του ισλαμικού πανεπιστημίου Άζχαρ, Αλή Άμπντ αρ – Ράζεκ, διατύπωσε στο περίφημο έργο του Το Ισλάμ και οι βάσεις της εξουσίας (al Islam wa Usul al Hokm) την τολμηρή για την εποχή της άποψη, ότι το Χαλιφάτο δεν χρειαζόταν να ανασυσταθεί, διότι δεν είχε καμία σχέση με την θρησκευτική αποστολή του Μωάμεθ και πως αποτελούσε καθαρά μία επινόηση των ανθρώπων που τον διαδέχτηκαν[1] . Και πράγματι, ακόμη και αν το Κοράνιο κυκλοφόρησε ως ένα ενιαίο κείμενο περίπου 20 χρόνια μετά τον θάνατο του Μωάμεθ το 632 μ.Χ.[2], γεγονός που θα επέτρεπε μείζονες ιδεολογικές παρεμβάσεις από την εξουσία της Μεδίνας στις αποκαλύψεις που έγιναν στον Άραβα Προφήτη, εντούτοις δεν προκύπτει πουθενά μέσα από τις κορανικές αναφορές ούτε η ανάγκη ύπαρξης ενός θεσμού αρμόδιου για όλα τα ζητήματα που αφορούσαν την «Κοινότητα των Πιστών», εφάμιλλου ενός κράτους, αλλά ούτε και ο τρόπος λειτουργίας, οργάνωσης και διαδοχής στην ηγεσία του. Το σημερινό «Ισλαμικό Κράτος» αυτοανακηρύχθηκε «Χαλιφάτο» χωρίς την έγκριση κάποιου παναραβικού ή πανισλαμικού διεθνούς φορέα, όπως ο Αραβικός Σύνδεσμος ή ο Οργανισμός Ισλαμικής Συνδιάσκεψης κι εν μέσω κατακεραύνωσης από το θεσμικό θεολογικό κατεστημένο σημαντικών μουσουλμανικών χωρών, όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Όμως σε ποιόν ανήκε δικαιωματικά και ιστορικά το Χαλιφάτο ούτως ή άλλως; Οι οπαδοί του τέταρτου Χαλίφη, Άλη μπν Άμπι Τάλεμπ (656 – 661 μ.Χ.), που θα χαρακτηρίζονταν αργότερα απ’ τους υπόλοιπους μουσουλμάνους ως σιίτες, θεωρούσαν, ότι το Χαλιφάτο αποτελούσε αντικείμενο σφετερισμού όσο παρέμενε στον οίκο των Ομαγιάδων. Η πολιτική αδυναμία οικειοποίησης του Χαλιφάτου τους οδήγησε να δημιουργήσουν ως αντίβαρο στο θεσμό την παράδοση των «κρυμμένων Ιμάμηδων», υπό την καθοδήγηση των οποίων βρισκόταν ένας καλά οργανωμένος κλήρος, έτοιμος να κυβερνήσει αν χρειαστεί. Έτσι λοιπόν, ο πόθος του Χαλιφάτου εγκαταλείφθηκε στη σιιτική σκέψη έναντι του Ιμαμάτου, πολιτική ενσάρκωση του οποίου θεωρήθηκε η μεγάλη Ιρανική Επανάσταση του ’79[3] , ενώ το Χαλιφάτο αποτέλεσε προοδευτικά το μονοπωλιακό πολιτικό-ιδεολογικό διακύβευμα του συννιτικού Ισλάμ"

The Argument That Saved Paris, by Ian Buruma, The New York Review of Books, 15/10/2014

"In his new film Diplomacy, Volker Schlöndorff has expertly created the creepy, almost surreal atmosphere of two men discussing the ruination of Paris while sitting in Louis XVI chairs, a fine claret readily at hand, watching the dawn over the city through the elegant windows of the room where Napoleon III once entertained his mistress. Diplomacy is a film of a French play (by Cyril Gély) about a legend. In the movie, as in the play, the chaotic last days of Paris under German occupation in August 1944 are condensed into one night, which the two main historical characters—General Dietrich von Choltitz, military governor of Paris, and the Swedish consul Raoul Nordling—spend playing a kind of verbal game of chess at the Hôtel Meurice on the Rue de Rivoli. The stakes of their game could not be higher: the survival of Paris. Von Choltitz is a plump Prussian general of the old school, played brilliantly by the French-Danish actor Niels Arestrup. Dispatched to France to become the final German military governor of Paris in the summer of 1944, he carried with him Hitler’s order not to surrender Paris to the Allies under any circumstances. The Germans would fight to the last man and leave the city in ruins. Since the German defeat is already certain, von Choltitz has little choice but to prepare for the capital’s destruction, its bridges, its museums, its churches, and even the Eiffel Tower. The silver-tongued Swedish diplomat, acted with equal panache by André Dussollier, has to try to talk him out of it. Nordling does his best to convince the German aristocrat—who speaks elegant French in the film—that he cannot afford to go down as the man who blew up Paris. It would be a crime not only against humanity, but against civilization, and wreck for many centuries any chance of French reconciliation with Germany. Von Choltitz resists by claiming that he cannot defy Hitler’s orders. He is, after all, a soldier, and besides, his family back in Germany would be harmed if he betrayed the Führer. But when the general, who is quite aware of Hitler’s folly, is assured by the diplomat that his family will be safe, since he, Nordling, will personally make sure they will be smuggled across the border to Switzerland by the resistance, he agrees to save Paris"

La cárcel turca de Drácula. Un grupo de arqueólogos cree haber descubierto dónde estuvo preso el príncipe Vlad, JOSÉ MIGUEL CALATAYUD, El Pais, 17/10/2014.

"Fue supuestamente durante sus años como preso político cuando Vlad desarrolló su carácter violento y el odio hacia el Imperio Otomano. Se cuenta que en 1462 el príncipe Vlad y sus hombres dejaron los cuerpos empalados de 20.000 personas a las afueras de la ciudad de Târgoviste, entonces capital de Valaquia, para que los encontraran las fuerzas otomanas que se aproximaban desde Constantinopla, la actual Estambul. Como comparación, el vampiro de Bram Stoker, que en el libro apenas muerde a unas pocas personas, parece casi entrañable. Nacido en Transilvania en el primer tercio del siglo XV, se le conocía como Vlad Draculea (de dragón) y más tarde fue el príncipe Vlad III de Valaquia, una región al sur de la Rumania actual. Como príncipe, Vlad lideró a tropas rumanas cristianas en la guerra contra el Imperio Otomano, que quería expandirse hacia Europa, y se ganó fama de ser extremadamente cruel y de torturar y dejar empalados en el campo de batalla a miles de enemigos. Los otomanos lo llamaban Lord Empalador. Años después de su muerte entre 1476 y 1477, su fama se había extendido por toda Europa. El mito y la leyenda fueron enriqueciendo su historia, que siglos más tarde inspiró al escritor irlandés Bram Stoker para imaginar en 1897 la figura del conde Drácula, el vampiro más literario, que recoge el nombre original del príncipe Vlad. Aunque la idea general del vampiro existe desde la Antigüedad y su figura moderna parece nacer en el sudeste europeo en el siglo XVIII, fue este Drácula de novela gótica quien popularizó la imagen del vampiro inmortal que se alimenta de la sangre de sus víctimas. En Occidente, libros y películas han reinterpretado su historia hasta el aburrimiento, y diferentes regiones de Rumania, Bulgaria, Serbia y ahora también Turquía tratan de apropiarse de su historia por motivos culturales o a veces turísticos"

 

Who's Online

We have 76 guests online

Statistics

Members : 34
Content : 340
Web Links : 17
Content View Hits : 310949

DemocracyCrisis Social Media

SocialTwist Tell-a-Friend

france24

Hurriyet Dailynews

Reuters-Photographers

  • The Savage Mountain
    Reuters Photographer Wolfgang Rattay traveled to northern Pakistan to trek the K2 base camp trail. K2 is known as the Savage Mountain due to the...
  • Moving a hospital
    This was a very unusual move - an entire hospital. Patients and equipment were transferred from the Old Civil Hospital in Charleroi to a new...
  • Cut off
    A fence, four-metre high. Three things: the artist, a knife and an ear.

Βιβλιοθήκη Herrk

  • Καστοριάδης – Κονδύλης
    Απ’ όσο ξέρω, στη βιβλιογραφία δεν έχει γίνει ακόμα κάποια σύγκριση. Παρακάτω δεν δίνονται απαντήσεις αλλά τίθενται κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα:...
  • Οι Ευθυγραμμιζόμενοι
    Brecht: Οι Ευθυγραμμιζόμενοι (μτφρ. Δ. Τζωρτζόπουλος) Για να μη χάσει το ψωμί του Σε καιρούς αυξανόμενης καταπίεσης Αποφασίζει κάποιος, να...
  • Η κρίση αλλάζει την εικόνα της Αθήνας
    Η κρίση αλλάζει και τους δημόσιους χώρους της Αθήνας. Τις αλλαγές καταγράφει το ιστολόγιο “Η Αθήνα πίσω απ’ τη βιτρίνα”. Αποσπάσματα: “Οι...

DemocracyCrisis© All Rights Reserved