DemocracyCrisis.com - Η Δημοκρατία σε κρίση;

Σάββατο 02/08/2014

[η εικόνα είναι από τον 13ο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, σ. 65]

Αγροτικές εξεγέρσεις- Μύτικας Αιτωλοακαρνανίας, του Μανώλη Βαρδή.

Στις 3 Φεβρουαρίου του 1836 ο αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 Δήμος Τσέλιος με 100 ενόπλους καταλαμβάνει τα χωριά Αστακός και Μύτικας και καταλύει τις τοπικές αρχές. Ο σχεδιασμός ήταν να γίνει συντονισμένη επίθεση των στασιαστών σε Αιτωλικό και Μεσολόγγι. Κοινωνική αιτία για την εξέγερση ήταν ο περίφημος νόμος περί προικοδοτήσεως, σύμφωνα με τον οποίον κάθε αγωνιστής του 1821 είχε το δικαίωμα ν’ αποκτήσει ένα κομμάτι γης για τις υπηρεσίες του. Αυτές οι μικροϊδιοκτησίες θα προέρχονταν όμως από δωρεάν παράχωρηση γης αγροτών, οι οποίοι ξεσηκώθηκαν[1].

Η ομάδα του Δήμου Τσέλιου, η τρίτη από το σύνολο των εξεγερμένων, ήθελε να διακηρύξει την αντίθεσή της στον βαυαρό αντιβασιλέα Armansperg, υιοθετώντας την πίστη και αφοσίωση στον βασιλιά Όθωνα, αν αυτός κυβερνούσε συνταγματικά. Τους εξεγερμένους αγρότες συνέδραμαν «αλβανοί ληστές», ταπεινοί καλόγεροι των καταργημένων μοναστηριών και ό,τι είχε απομείνει από τα στρατιωτικά σώματα των ατάκτων. Κυκλοφορούσαν μάλιστα οι φήμες ότι ρουμελιώτες οπλαρχηγοί, ανάμεσα στους οποίους ήταν οι Γριβαίοι, ο Τζαβέλας, ο Ράγκος και ο Μαμούρης, είχαν ενθαρρύνει την εξέγερση για να κερδίσουν την ευγνωμοσύνη του καθεστώτος Armansperg, μετέχοντας στην προσπάθεια για την καταστολή της.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από την αντίδραση του αντιβασιλέα. Αυτός για την αντιμετώπιση της κρίσης δεν χρησιμοποίησε βαυαρικά ή πελοποννησιακά στρατεύματα, αλλά ανάθεσε στους σημαντικότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς του «ρωσικού» και του «γαλλικού» κόμματος, τον Κίτσο Τζαβέλα, τον Θεόδωρο Γρίβα, τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και τον Τσόγκα να συγκεντρώσουν 2.000 άνδρες για την καταστολή του κινήματος. Ήταν μέλη των ίδιων κομμάτων που κατηγορούνταν ότι υπέθαλπαν την εξέγερση. Τελικά η μέθοδος Armansperg πέτυχε λόγω και της απουσίας εκείνη την εποχή του Όθωνα, ο οποίος έφυγε τον Μάιο του 1836 για παρατεταμένο ταξίδι στη Βαυαρία, προκειμένου ν’ αναζητήσει σύζυγο[2].

Πέρα από τις διακηρύξεις και τον επαναστατικό ζήλο φάνηκε ότι τα πελατειακά δίκτυα ήταν πανίσχυρα στον αγροτικό χώρο. Όπως οι δυσαρεστημένοι οπλαρχηγοί μπορούσαν σχετικά εύκολα να προκαλέσουν εξεγέρσεις, βοηθούμενοι από φτωχούς αγρότες και περιφερόμενους «ληστές», το ίδιο εύκολα και αποτελεσματικά το σύστημα εξουσίας μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα ίδια πελατειακά δίκτυα των παλιών αγωνιστών για να καταστείλουν τις εξεγέρσεις.

 

 


[1] Η εξέγερση της Αιτωλοακαρνανίας, http://ngnm.vrahokipos.net/index.php/part02-60?showall=&start=9

[2] John A. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843), τόμος Α΄, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985, σσ. 299-301. 

 

Μιχάλης Μπεζεντάκος

News - Friday

Last Updated on Friday, 01 August 2014 11:11 Written by Administrator Thursday, 31 July 2014 18:42

 

 

 

Παρασκευή 01/08/2014

Η Αργεντινή, τα αρπακτικά και η Ελλάδα, του Γιάνη Βαρουφάκη, posted by periodista.gr, 31/07/2014.

"Το 2001 η Αργεντινή χρεοκόπησε. Πολύ απλά, το κράτος δεν είχε τα χρήματα, και δεν έβρισκε τα νέα δανεικά, που χρειαζόταν για να αποπληρώσει 100 δισ. δολάρια δημόσιου χρέους. Προέβη σε στάση πληρωμών, υποτίμησε το νόμισμά της, είδε το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της να εξανεμίζεται, όμως μέσα σε δύο χρόνια (με τη βοήθεια της αυξημένης ζήτησης για τις εξαγωγές της από την Κίνα) βρέθηκε να αναπτύσσεται εντυπωσιακά – βλ. το γράφημα το οποίο καταγράφει το κατά κεφαλή ΑΕΠ της χώρας σε δολάρια. Όλον αυτόν τον καιρό, από το 2001 έως σήμερα, η Αργεντινή παραμένει εκτός αγορών – απλά, δεν δανείζεται από τις χρηματαγορές οι οποίες, έως ότου διευθετηθούν τα παλιά της χρέη, απέχουν από τις εκδόσεις ομολόγων της χώρας. Από το 2002 και μετά, οι δανειστές της ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με την αργεντίνικη κυβέρνηση ώστε να διευθετηθούν τα παλιά χρέη. Οι μεγάλες τράπεζες (κυρίως αμερικανικές και ισπανικές) τελικά τα βρήκαν με το Μπουένος Άιρες και συμφώνησαν σε μερική πληρωμή των χρεών εκείνων, με όρους αρκετά συμφέροντες για τις τράπεζες. Εκεί όμως που ήταν όλοι έτοιμοι για να κλείσει το θέμα, με την καταβολή των συμφωνημένων ποσών από το κράτος της Αργεντινής προς τις μεγάλες τράπεζες, έκαναν την εμφάνισή τους τα «αρπακτικά ταμεία». Γιατί ονομάζονται «αρπακτικά» αυτά τα ταμεία; Πρόκειται για hedge funds τα οποία, όλον τον καιρό που γίνονταν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ τραπεζών και κυβέρνησης, αγόραζαν κάποια από τα παλιά ομόλογα της Αργεντινής, σε τιμές λιγότερες από το 5% της ονομαστικής τους αξίας (π.χ. $2 ή $3 για ένα ομόλογο αξίας $100 ή και $1000), με σκοπό να τορπιλίσουν τις διαπραγματεύσεις. Πώς τις τορπίλισαν; Πηγαίνοντας σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης (καθώς τα ομόλογα αυτά ήταν «γραμμένα» σε όρους του Δικαίου των ΗΠΑ) και απαιτώντας από το δικαστήριο να εκδόσει απαγόρευση αποπληρωμής των μεγάλων τραπεζών (στο πλαίσιο της συμφωνίας των τελευταίων με την Αργεντινή για μερική αποπληρωμή των χρεών της τελευταίας) αν πρώτα δεν εισπράξουν οι ίδιοι το 100% της αξίας των ομολόγων που είχαν αγοράσει. Πιο απλά, ας πάρουμε μια τράπεζα, π.χ. την Bank of America που είχε δανείσει στην Αργεντινή $100 και η οποία, μετά τις διαπραγματεύσεις θα λάμβανε από την Αργεντινή $40. Έρχεται το «αρπακτικό ταμείο», το οποίο κατέχει κι αυτό ομόλογο αξίας $100, το οποίο το αγόρασε προς $2, και απαιτεί να μην πληρωθεί η Bank of America τα $40 που έχει λαμβάνειν αν το ίδιο δεν πάρει... $100. Όπερ και αποφάσισε ότι πρέπει να γίνει το δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Η Αργεντινή απάντησε στην απόφασή αυτή προσφέροντας στα «αρπακτικά ταμεία» τους ίδιους όρους που συμφώνησε με τις μεγάλες τράπεζες: να δώσει και σε αυτούς $40 για το ομόλογο που είχαν αγοράσει προς $2. «Όχι!», ούρλιαξαν τα «αρπακτικά ταμεία». «Απαιτούμε $100!» Και πάλι ο αμερικανός δικαστής συμφώνησε μαζί τους. Όπως καταλαβαίνετε, δεν έγιναν έξαλλοι μόνο οι πολίτες της Αργεντινής με αυτή την απόφαση-τορπίλη αλλά και οι μεγάλες τράπεζες που, μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων, δεν θα πάρουν τα λεφτά τους. Να γιατί ήταν αδύνατον, όπως έγραφα πιο πάνω, να συμφωνήσει η κυβέρνηση της Αργεντινής με αυτή την απόφαση: Μια τέτοια υποχώρηση θα εξόργιζε ακόμα περισσότερο τις μεγάλες τράπεζες οι οποίες θα απαιτούσαν κι εκείνες πλήρη αποπληρωμή των ομολόγων τους.

Τι σημαίνει η σημερινή, νέα «χρεοκοπία» για την Αργεντινή;

Για το κράτος της Αργεντινής δεν σημαίνει πολλά. Έτσι κι αλλιώς, η Αργεντινή δεν δανείζεται από τις διεθνείς χρηματαγορές από το 2001. Αν και θα ήθελε να επιστρέψει σε αυτές, και το σημερινό αδιέξοδο αναβάλλει αυτή την «επιστροφή», δεν θα αλλάξει κάτι στα δημοσιονομικά του αργεντίνικου κράτους, το οποίο 13 χρόνια τώρα έχει μάθει να επιβιώνει εκτός αγορών. Αν υπάρξει αρνητικός αντίκτυπος, αυτός θα αφορά ιδιωτικές αργεντίνικες εταιρείες που ίσως αναγκαστούν να πληρώνουν υψηλότερο επιτόκιο για χρήματα που δανείζονται στο εξωτερικό, λόγω της κακής ψυχολογίας που δημιουργεί όλη αυτή η «υπόθεση». Σε μια περίοδο που προδιαγράφεται όλο και πιο δύσκολη για την Λατινική Αμερική, κάτι τέτοιο δεν βοηθά το σύνολο της αργεντίνικης οικονομίας".

 

Πέμπτη 31/07/2014

Embedded image permalink

Δυσπεψία, posted by Hypothesis, 29/07/2014.

"Στην ουσία τους οι ΕΤ & ΧΛ διατυπώνουν την απόλυτη Συριζαική φαντασίωση: Η αριστερή διακυβέρνηση θα προέλθει στην μορφή Reboot ,όπου όλα ξεκινάνε από την αρχή σχεδόν από το μηδέν. Ακριβώς σε αυτή τη λογική το μήνυμα είναι σαφές: «Ξέρουμε ακριβώς τι κάνατε, αλλά από εδώ και πέρα κομμένα. Θα σας δώσουμε τραπεζική ρευστότητα, οι αυξημένοι μισθοί θα σας δώσουν πελατεία, ενώ οι εξυγιασμένες ΔΕΚΟ θα σας παρέχουν δίκτυα, αλλά θα πληρώνετε φόρους, εισφορές» Οι συγγραφείς του κειμένου δεν μπορούν να υπονομευόσουν τη στοιχειώδη λογική. Ξέρουν πως η νεοελληνική φούσκα στηρίχτηκε οικονομικά στην εισφοροδιφεύγουσα μικροεπιχείρηση. Ωστόσο τα  στρώματα κατενόησαν ως φυσική την οικονομική πλοκή εντός του οποίου ανεπτύχθησαν. Το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό αλλά βαθύτατα ιδεολογικό γιατί παρήγαγε ένα ιδιόμορφο αυτονόητο εντός της κοινωνίας. Ταυτόχρονα , σε αντίθεση με τις οικονομιστικές αναλύσεις που βασίζονται στο αριθμητικό κριτήριο και ταξινομούν τα πάντα με βάση των αριθμό των μισθωτών , τα νεοελληνικό μικρομεσαίο αυτονόητο της περιόδου 1950-2010 δεν είναι απλό «στήριγμα» η δευτερεύων μοχλός του «άρχοντος συγκροτήματος». Το αυτονόητο αυτό ήταν η κύρια κοινωνική «ιδέα» η οποία διαπερνά εγκάρσια όλους τους χώρους και θεμελίωσε την δυναμική συναίνεση. Η οικονομική κάμψη αυτού του συγκεκριμένου μικρομεσαίου δυναμικού δεν έχει περιορίσει την ιδεολογική του ισχύ, καθώς η τρέχουσα «αντιμνημονιακή» αφήγηση ουσιαστικά αποζητά την ίδια ισορροπία σε ένα χαμηλότερο επίπεδο. Εξ΄ου και καταλόκαιρο οι ΕΤ& ΧΛ έχουν την ανάγκη για μια τόσο οξεία οριοθέτηση. Γιατί αυτό που σε τελευταία ανάλυση «καταλαβαίνει ο κόσμος» από τον Σύριζα είναι η αποκατάσταση της κεντρικής ιδέας του 1950-2010. Με τόσο όμως «χονδροειδές αντιμνημόνιο» τώρα είναι τόσο αργά".

Welcome to the Third Intifada. After Gaza, Palestine's Uprising Will Spread to the West Bank, by Khaled Elgindy, The Foreign Affairs, 28/07/2014.

"For most of the past decade, Israel’s de facto policy has been to deepen Palestinian geographic and political division by maintaining the schism between the Fatah-dominated Palestinian Authority (PA) in the West Bank and the Hamas-ruled Gaza Strip. Although the current Israeli government has made no secret of its opposition to any Palestinian government that includes or is even accepted by Hamas, which it views as a vicious terrorist organization that is beyond the political pale, Israel’s policy of isolating Gaza from the West Bank began before Hamas’ rise to power. In fact, it was the closure of Gaza’s borders in late 2005 shortly after Israel unilaterally removed its settlers and soldiers from Gaza that helped pave the way for Hamas’ election and created the conditions for the endless cycle of violence in Gaza that we see today. As Dov Weissglas, chief of staff to Israel's former Prime Minister Ariel Sharon, put it at the time, Israel's disengagement from Gaza would serve as “formaldehyde … so that there will not be a political process with the Palestinians.” By cutting Gaza loose, along with its 1.5 million Palestinians, Israel could then focus on consolidating its control over and colonization of the West Bank. Since then Israel, with U.S. and international backing, has treated Palestine as two separate conflicts, rather than one. By maintaining security cooperation and a diplomatic relationship with Fatah in the West Bank, Israel hoped to maintain calm in areas adjacent to its main population centers as well the settlement project itself. At the same time, by treating Hamas-controlled Gaza as a perpetual “enemy entity,” subject to air, land, and sea blockades, Israel reserved the right to periodically go to war against Gaza, a process that Israeli military officials refer to as “mowing the grass.” In this way, Israel would free itself from having to deal with the underlying causes of the conflict, most notably its 46-year occupation of the West Bank and Gaza Strip. This has produced the worst of all possible outcomes, simultaneously increasing the likelihood of violent confrontations with Hamas while decreasing the likelihood of resolving the conflict with Abbas’ PA".

Radcliffe Camera, Oxford, England

[Oxford, behind the lens]

[Le street-art de Vhils fait le tour du monde, par Courrier International, 30/07/2014]

LA GUERRE DES AUTRES. 1914-1918 • L'expérience d'Erich Maria Remarque. L'auteur Erich Maria Remarque a passé quelques semaines au front en 1917. De cette courte expérience est né un des plus célèbres livres sur la Grande Guerre : A l'Ouest, rien de nouveau., COURRIER INTERNATIONAL | LIONEL PELISSON, 29/07/2014.

""Si Remarque n'était pas devenu célèbre par la suite [A l'Ouest, rien de nouveau (Im Westen nichts Neues) est publié en 1929] il ne serait resté de ce jeune soldat qu'une simple ligne sur la liste des blessés", écrit la Süddeutsche Zeitung. Le quotidien allemand publie sur son site un article dédié aux péripéties d'Erich Maria Remarque pendant la Première Guerre mondiale : "Trois des camarades séminaristes de Remarque se portent volontaires dès l'éclatement de la guerre, en août 1914." Les jeunes hommes, étudiants à Osnabrück, reçoivent une brève formation militaire. "Nous devenions durs, méfiants, impitoyables et crus – et c'était bien. Si on nous avait envoyés au front directement, nous serions devenus fous", écrira Remarque dans A l'Ouest, rien de nouveau. Début juin 1917, Remarque et ses camarades rejoignent le front français. Ils y rencontrent Georg Middendorf – qui restera fidèle à Remarque tout au long de leur mobilisation. Middendorf consigne ces terribles moments passés au front dans son journal intime. 

L'horreur des Flandres 

Les recrues restent peu en France ; le 26 juin 1917, ils gagnent le front des Flandres. "Otto Dix, qui a participé aux combats, a peint un tableau nommé Les Flandres. Dans un paysage marécageux et apocalyptique, un soldat s'accroupit, replié sur lui-même comme un tas de crottes." Après une première offensive anglaise, les Allemands craignent une attaque de grande envergure. Remarque et ses camarades prennent alors part à la construction de la position Flandre II, une ligne de plusieurs kilomètres de barbelés. "Lorsqu'il pleut, les hommes découvrent la boue des Flandres. Les balles sifflent sur nos têtes. Prises dans cette boue argileuse, les bottes ne tiennent plus aux pieds, écrit Middendorf. Nous sommes pilonnés en permanence par l'artillerie ennemie." "Le 25 juillet est un jour noir, note Middendorf. Les Anglais ont repris leurs tirs, malheureusement avec succès. Herkens est mort et nous avons cinq blessés. Le 31 juillet, les Anglais passent de nouveau à l'attaque. Remarque est blessé à son tour. Je le conduis à l'abri du danger et lui fais un bandage d'urgence. Son temps au front est terminé."

Orbán macht den Putin. Ungarns autoritärer Premier erklärt die westliche liberale Demokratie in seinem Land für beendet. Er will jetzt dem Vorbild Russlands, Chinas und der Türkei folgen. VON MICHAŁ KOKOT, Die Zeit, 30/07/2014

"Und er machte klar, welche Länder für ihn Vorbilder sind: "Es ist von größter Bedeutung, zu begreifen, wie die Systeme in China, Singapur, Türkei und Russland funktionieren", sagte Orban. Alle vier von ihm genannten Länder sind Prototypen autoritärer Herrschaft. Mit einem westlichen, liberalen Politik- und Gesellschaftsmodell haben sie nichts zu tun.  Der Premierminister, der selbst seit Längerem ausgeprägt autoritäre Züge zeigt, machte auch deutlich, dass er keine weiteren Ausländer in seinem Land dulden möchte. "Wollt ihr wirklich, dass die kommen?", fragte er das Publikum. Es war wohl eine eher rhetorische Frage. Selbst die Nichtregierungsorganisationen, die er vor Jahren noch in Schutz genommen hatte, griff er offen an. Wie Russlands Präsident Wladimir Putin, sein größtes Vorbild, meinte Orbán, es handele sich um "vom Ausland bezahlte politische Aktivisten". Und er begrüßte es, dass im Parlament seit Neustem ein Ausschuss berufen worden ist, der aus dem Ausland unterstützte Organisationen nach russischem Vorbild beobachten, registrieren und als "ausländische Agenturen" entlarven soll. Schock für Liberale. Auch wenn seine Gegner von Orbán Übles gewohnt sind, war seine Rede für Liberale und Demokraten ein Schock. Die Sprecher der oppositionellen Liberal-linken Koalition kritisierten, der Premier sei so autoritär geworden, dass er sogar die Sprache von Wladimir Putin benutze, der überall Agenten des Westens am Werke sehe und für innere Konflikte verantwortlich mache. Gabor Fodor, der einst zu den Mitgründern von Orbáns Fidesz-Partei gehört hatte und heute eine liberale Partei anführt, sagte, Orbán greife "die Grundlage der Demokratie" an, und er negiere "alles, wofür er mal kämpfte". Das autoritäre, anti-westliche Gebaren des ungarischen Regierungschefs ist zwar nicht neu. Schon vor ein paar Wochen meinten seine Regierungsleute, die vom Ausland aus unterstützten Organisationen würden "linke Propaganda" verbreiten. Tatsächlich ging es um Organisationen wie Transparency International und unabhängige Medien, die Korruptionsskandale der Regierung enthüllten; ein neues Steuergesetz könnte zur Schließung der letzten freien Medien führen. Neu ist jedoch, dass Orbán diesmal mit offenem Visier auftritt. In der Vergangenheit hatte der Premier die Drecksarbeit seinen Leuten überlassen"

 
 

Τετάρτη 30/07/2014

News - Wednesday

Η ιστορία της κατάθλιψης

[απόσπασμα από το βιβλίο του Ζορζ Μινουά Η Ιστορία της κατάθλιψης, μετάφραση Βάλια Σερέτη, εκδόσεις Νάρκισσος]

1774: μια λογοτεχνική αυτοκτονία, η αυτοκτονία του νεαρού Βέρθερου, γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Μεταφράσεις και επανεκδόσεις του βιβλίου του Γκαίτε αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη. Ταχύτατα, ο Τσάττερτον και ο Βέρθερος γίνονται ανταγωνιστές […] Η βερθερομανία προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις: νεαροί και νεαρές, με το αντίτυπο του βιβλίου στην τσέπη, πνίγονται, αυτοπυροβολούνται και εκπαραθυρώνονται. «Ο Βέρθερος προκάλεσε περισσότερες αυτοκτονίες από την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου», γράφει η κυρία Ντε Σταέλ […]

Επιστημονική αιτιοκρατία, πολιτική, κοινωνική και θρησκευτική στασιμότητα: ποιος εκπλήσσεται άραγε για την πλήξη που εξαντλεί αυτές τις γενιές; «Όσο προχωρώ, τόσο αντιλαμβάνομαι ότι ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο χρόνος, από τον οποίον διαθέτουμε πάντοτε υπερβολικό..Τί να κάνω; Ιδού, η μεγάλη λέξη», γράφει ο Βινύ. Ακόμη και ο Σατωμπριάν ομολογεί: «Τα πάντα με κουράζουν: σύρω μετά βίας την πλήξη μου στις μέρες μου και όπου πηγαίνω χαραμίζω τη ζωή μου». «Τι είναι η ζωή; Εξορία, πλήξη, οδύνη», στενάζει ο Λαμαρτίνος, ενώ ο Θεόφιλος Γκωτιέ θεωρεί ότι υποβαθμίστηκε σε φυτό: Είμαι τίποτε, πράττω το τίποτε. Δεν ζω, φυτοζωώ. Εκτός από τις γάτες, δεν αγαπώ τίποτε, δεν επιθυμώ τίποτε. Έχω ένα και μόνο συναίσθημα και μία και μόνη σκέψη, κρυώνω και πλήττω».

[…] Όλοι αυτοί οι νέοι έχουν μία απίστευτη μανία να ζήσουν και, εφόσον τα λεπτά τους είναι μετρημένα, επιζητούν να αποσπάσουν από το καθένα τις εντονότερες συγκινήσεις. Να είσαι νέος και να πεθάνεις: αυτό είναι το σύνθημά τους. Η πλειονότητα επιχειρεί μία σύντομη εμφάνιση και αισθάνεται αμέσως περικυκλωμένη από τον θάνατο. Ο Σέλλεϋ παντρεύεται μία έφηβη δεκαέξι ετών. Την εγκαταλείπει. Αυτή αυτοκτονεί. Η κόρη του Κλάρα πεθαίνει το 1818. Ξαναπαντρεύεται. Το δεύτερο παιδί του πεθαίνει το 1819. Φυματικός, χάνεται σε ναυάγιο το 1822, σε ηλικία τριάντα ετών. Ο Κήτς, επίσης φυματικός, προηγήθηκε πεθαίνοντας το 1821, είκοσι έξι ετών. Ο Μπάυρον τους ακολουθεί και πεθαίνει στην Ελλάδα το 1824. Αυτός ο διάττων αστέρας είχε τον χρόνο να γευθεί τα πάντα και να αηδιάσει από τα πάντα: δημοσιεύει σε ηλικία δεκαεννέα ετών, γίνεται μέλος της Βουλής των Λόρδων στην ηλικία των είκοσι ενός, αιμομίκτης λίγο αργότερα, ακόλαστος, εγκαταλείπει τη σύζυγό του, συμμετέχει στις συνωμοσίες των Καρμπονάρων, ξαναπαντρεύεται, χάνει τη μικρή του κόρη πέντε ετών, και στη συνέχεια εκπνέει στα χαλάσματα του Μεσολογγίου σε ηλικία τριάντα έξι ετών. Η ζωή του είναι η απεικόνιση των στίχων του: «Οι μέρες της νεότητάς μας είναι οι μέρες της δόξας μας», γτιατί «ο χρόνος ξεθωριάζει τις αυταπάτες». Ύστερα από μια επίσης ακόλαστη και σύντομη ζωή, ο Σκωτσέζος ποιητής Ρόμπερτ Μπερνς πεθαίνει σε ηλικία είκοσι επτά ετών. Εξάλλου, η ιστορία επαναλαμβάνεται μοιραία στην περίπτωση των τεσσάρων αδελφών Μπροντέ […]

 

 

 

Το Ιράκ φλέγεται και οι «όψιμοι» Χριστιανοί, του Μαν. Βαρδή

News - Μ. Βαρδής

Written by Administrator Tuesday, 29 July 2014 07:50

Όλοι θέλουν να  φρίττουν μπροστά στις βιαότητες που εφαρμόζουν οι «τζιχαντιστές» της οργάνωσης ISIL στο ταλαιπωρήμενο Ιράκ. Πολύ περισσότερο όταν αρχαίες χριστιανικές κοινότητες της περιοχής καταδιώκονται και εξολοθρεύονται.

Φαίνεται ότι το πικρό μάθημα της γιγάντωσης των Ταλιμπάν στις συνθήκες του ψυχρού πολέμου δεν έχει ακόμα εμπεδωθεί. Τι θέλω να πω; Το Ιράκ έχει παύσει να υφίσταται ως κράτος από την αμερικανική επέμβαση και μετά. Η τεχνητή διακυβέρνηση του Al- Maliki, ενισχυμένη με μεγάλες δόσεις βοήθειας από τις ΗΠΑ, επιχείρησε να ευνουχίσει τις σουνιτικές φυλές- παραστρατιωτικού χαρακτήρα, εντάσσοντας κάποιους απ’ αυτές στο κυβερνητικό σύστημα ασφαλείας και στοχοποιώντας όλους τους άλλους ως «τρομοκράτες».

Οι Σουνίτες του Ιράκ είχαν χάσει ήδη τον ακήρυχτο εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε την αμερικανική επέμβαση. Αισθάνονται «στριμωγμένοι» από την ιδιαίτερα έντονη σιιτική (βλ. ιρανική) επιρροή, κυρίως στο Νότιο Ιράκ, ενώ οι Κούρδοι στο Βορρά έχουν ήδη εγκαταστήσει το κράτος τους. Το καθεστώς «μπανανίας» του Al- Maliki φαίνεται δε ότι απώλεσε κάθε νομιμοποίηση όταν ήλθε να ενισχύσει τον Assad στη Συρία, ταυτόχρονα δείχνοντας ανοχή σε φαινόμενα διαφθοράς και νεποτισμού στο εσωτερικό της χώρας.

Καθώς καταλαβαίνουμε, οι ακρότητες της οργάνωσης ISIL, καταδικαστέες σε κάθε περίπτωση, αιτιολογούνται από την όξυνση των φυλετικών συγκρούσεων, σε μία χώρα που δεν έχει πλέον αξιόπιστους κρατικούς θεσμούς. Πιστεύω, λοιπόν, ότι σε πολιτικό επίπεδο, το πλαίσιο αναφοράς μας θα πρέπει να διευρυνθεί και να συμπεριλάβει και άλλους παράγοντες.

Όσον αφορά στο θρησκευτικό επίπεδο, η τάση των μεταμοντέρνων Χριστιανών- για πολλούς από τους οποίους δεν υφίσταται ούτε Εκκλησία ούτε ενοριακή ζωή, και βέβαια δεν μιλάμε για θεολογία- να επιτίθενται στον «τζιχαντικό» φανατισμό, είναι επιεικώς «αστεία». Πρώτον, διότι δεν ξέρουν Ιστορία, και πως ακριβώς διαμορφώθηκε ο χάρτης της Μ. Ανατολής μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη βάση «πυρήνων» χριστιανικής ή μουσουλμανικής επιρροής, «ιμάντων μεταβίβασης» της αποικιοκρατικής διοίκησης. Δεύτερον, διότι μία σύντομη και επιπόλαια περιδιάβαση στις επιστημονικές αναλύσεις του φονταμενταλισμού θα τους πείσει ότι το όλο ζήτημα έχει να κάνει και με θέματα απόκτησης, περιχαράκωσης και επιβολής της «κοινωνικής ταυτότητας» ομάδων που αισθάνονται αποκλεισμένες σε κράτη χωρίς θεσμούς. Τρίτον, διότι πολλές φορές οι δυτικές ευαισθησίες είναι ευθέως ανάλογες της βιούμενης καθημερινά έλλειψης «σοβαρών» αξόνων αναφοράς για το μεταμοντέρνο υποκείμενο και την ταυτότητά του. Ουδείς παίρνει πλέον σοβαρά και εφαρμόζει στην καθημερινότητά του αυστηρές ηθικές ή θρησκευτικές αξίες χριστιανικού τύπου. Αυτό το «έλλειμμα» γίνεται κατανοητό και υπεραναπληρώνεται με την φρίκη μπροστά στην «εξωτική» αγριότητα, που α προπό δεν έχει μεταβληθεί ιδιαίτερα στο πέρασμα των αιώνων

Αναφορές:

1.   Peter Harling, Ce qu’ annonce l’ éclatement irakien, Le Monde Diplomatique, Juillet 2014, 12

2.   Νίκος Ράπτης, Του τάφου σιωπή… http://www.metarithmisi.gr/el/readAuthors.asp?authorID=341&page=1&textID=33582

 

 

 

 

Add a comment
 

Τρίτη 29/07/2014

News - Thuesday

Σινεμά στην Ελλάδα, posted by Herr K, 28/07/2014

“ΕΡ: Τελευταία, παρατηρούμε στη χώρα μας την επαναφορά ενός αλληγορικού σινεμά…

ΑΠ: Γύρω στο 2000, ξεκίνησε ένας κινηματογράφος με πολλές εκδοχές. Μια τάση του είναι ο νατουραλισμός, με σκηνοθέτες όπως ο Οικονομίδης και ο Γιάνναρης που αποσκοπούν σε μια ανάλυση της κοινωνίας στη χειρότερή της κατάντια. Ο νατουραλισμός έχει δύναμη ανατροπής και επιθετικότητας αλλά δημιουργεί φαταλισμό: Ο κόσμος είναι και θα παραμείνει χάλια, δίχως όραμα διαφυγής. Μια άλλη τάση είναι ο κοινωνικός κινηματογράφος, με προσπάθειες όπως του Τσίτου, του Τζουμέρκα και άλλων, μια περισσότερο υγιής πλευρά, η οποία δυσκολεύται να καρποφορήσει στην Ελλάδα, αλλά επιμένει. Το σύστημα, ωστόσο, προωθεί τον αλληγορικό κινηματογράφο, με τον Κυνόδοντα, που υποτίθεται ότι καταγγέλλει την καταπίεση της κοινωνίας. Στον κινηματογράφο, όμως, δεν υπάρχει αλληγορία. Ο θεατής αυτό που βλέπει το εκλαμβάνει ως πραγματικότητα, το κάνει βίωμα… Είναι πρόσχημα ότι δείχνουμε τα τρωτά της ελληνικής κοινωνίας μέσα απ’ την ελληνική οικογένεια, που ακόμα δεν έχει παίξει τόσο καταπιεστικό ρόλο, παραμένει μάλιστα καταφύγιο όλων των ανέργων… Δεν είναι περίεργο ότι στα φεστιβάλ επιβραβεύονται οι παρακμιακές ταινίες, σε αντίθεση με όσες αναζητούν όραμα;”

Μεταπολίτευση: από το 1964 έως την κατάρρευση του 2010, του Νίκου Ξυδάκη, vlemma, 27/07/2014

"Στο πολιτιστικό πεδίο: γέννηση του ελαφρολαϊκού και εδραίωση της μπουζουκοδιασκέδασης και της «παραλίας» ― αυτό να το δούμε σε αντιδιαστολή με τον έντεχνο λαϊκό πολιτισμό του προδικτατορικού ’60, και σαν πρόδρομο της γενικευμένης σκυλοπόπ από το ’80 έως σήμερα. Κομβικό σημείο: Πώς έγινε η πρόσληψη των πολιτικοπνευματικών κινημάτων του ’68 στο κλειστό ελληνοχριστιανικό περιβάλλον της δικτατορίας; Κυρίως αισθητικά, σαν ποπ μουσική και χίππικη εμφάνιση. Η αφομοίωση του ’68 ξεκινά ουσιαστικά με το φοιτητικό κίνημα του ’72-’73 και διαχέεται μαζικά μετά το ’74, και μάλιστα καταρχάς με τις μαοϊκές εκδοχές. Οι ελευθεριακές, ροκ και υπαρξιακές αναζητήσεις αναπτύσσονται λίγα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, αφού πρώτα πρέπει να ανατραπεί η κηδεμονία των κομματικών νεολαιών, χονδρικά το διάστημα 1977-80. Η Μεταπολίτευση αρχίζει το 1964 και ολοκληρώνεται με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία: η Αλλαγή του 1981 είναι το έσχατο άκρο αυτής της ρωγμώδους συνέχειας. Η επόμενη τομή είναι το 1989, διττά: αφενός διότι κλονίζεται η γραμμική διαδοχή εξουσίας με τρόπο πρωτοφανή, φέρνοντας στο προσκήνιο την ηθική κάθαρση και ενώνοντας επί τούτου τη δεξιά με την αριστερά· αφετέρου, κλονίζεται η κραταιά κεντροαριστερή πλειοψηφία. Αλλά εν τω μεταξύ το γενικευμένο μικρομεσαίο ήθος της έχει διαποτίσει και την δεξιά και την αριστερά. Στο εξής, οι ρήτορες μιμούνται τον Ανδρέα Παπανδρέου, οι κυβερνώντες αναπαράγουν τον κορπορατισμό και το κομματικό απαράτ του ’80, η δημόσια παιδεία παράγει γλώσσα, ήθος και ελίτ στα μέτρα του μικρομεσαίου ευδαιμονισμού. Δομικό χαρακτηριστικό της περιόδου 1980-2010 είναι η ραγδαία άνοδος του ατομικισμού και παρασιτισμού, παρά τις διαρκείς επικλήσεις του λαού και του δημοσίου συμφέροντος".

Calvin y Hobbes se hacen adultos. El creador de la célebre tira cómica vuelve tras 19 años de silencio, por GUILLERMO ALTARES Madrid, El Pais, 28/07/2014.

"Bill Watterson publicó la última tira de Calvin y Hobbes el 25 de diciembre de 1995. Aquellas cuatro viñetas, en color, en el formato dominical, son una de las grandes obras maestras del cómic: Calvin y su tigre se despiertan y descubren un paisaje completamente nevado. "Es un mundo mágico, Hobbes, viejo amigo. ¡Vamos a explorarlo!", exclama el niño antes de lanzarse a la aventura. Con estas palabras se cerró una década de dibujos que lograron una conexión insólita con los lectores y terminaron de demostrar que las tiras cómicas de los diarios no eran sólo para niños. Tras aquellos dibujos, Watterson desapareció de la vida pública, se convirtió en una especie de Thomas Pynchon de los tebeos, aunque nunca adoptó una actitud huraña a lo J. D. Salinger"

 

Κυριακή 27/07/2014

Λαπαθιώτης και Ρεμπέτικα

[..] Στη νουβέλα Το τάμα της Ανθούλας, που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό «Μπουκέτο» [από 24/12/0931 έως 14/02/1932], μιλάει με βιωματικό τρόπο για τον κόσμο της νύχτας και του υποκόσμου, των ναρκωτικών και των τεκέδων [..] Η σκηνή του τεκέ είναι συγκλονιστική:

Η παρέα, μες στη σπηλιά του Νταλαβέρη, τραγουδούσε. Πρώτα το’ φερνε ο Ντάνας, με τη βαριά του, τη βραχνή φωνή, κ’ ύστερα το’ παιρναν οι άλλοι, στη σειρά, και το ξαναγύριζαν απ’ όλες τις μεριές, θρηνητικά, μονότονα, με πάθος- με τα γυαλωμένα τους τα μάτια, σαν καρφωμένα σ’ έναν εφιάλτη, με τις μεγάλες κόρες τους ακίνητες, σα φλογισμένες από μιαν ανείπωτη λαχτάρα, σαν απολιθωμένες σε μιαν έκσταση, σα φαγωμένες και πυρπολημένες από κάποιους έξαλλους και μαύρους πυρετούς:

Μαννάκι μου, μαννάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!

Ο αέρας ήταν μολεμένος απ’ τη βαριά θολούρα του καπνού, απ’ τις ζεστές και σφυριχτές ανάσες, απ’ την υγρή τη νυρουδιά της μούχλας, που πλημμυρούσε γύρω τους τοίχους της σπηλιάς. Ένα καντηλάκι τρεμόσβηνε στην άκρη, κ’ έρριχνε πέρα, στα σκαμμένα βράχια, τις μεγαλωμένες τους σκιές, που παίζανε, κι αυτές, φανταστικά. Ήταν καθισμένοι όλοι χάμου, στριμωγμένοι σ’ έναν στενόν κύκλο, άλλοι σταυροπόδι κι άλλοι πεσμένοι δίπλα, κι άλλοι τα’ ανάσκελα, βαριά μαστουρωμένοι, με τ’ απλανή, τα’ αλλοίθωρά τους μάτια, σβησμένα και χαμένα στο κενό. Ήταν οι περισσότεροι ξυπόλητοι. Κι αυτοί που ήταν καθισμένοι σταυροπόδι περνούσαν κάθε λίγο το μαρκούτσι, ένας στον άλλο, με μονότονες κινήσεις, βαριές, μηχανικές, ληθαργικές. Κ’ έκλαιγαν, πιο πολύ που τραγουδούσαν. Κι ο πνιγηρός, πηχτός καπνός, ανέβαινε ντουμάνι:

Μαννάκι μου, μαννάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!

Κι ο ναργιλές γουργούριζε στη μέση- και κείνοι στοιβαγμένοι γύρω, κι όλο ρουφούσαν μ’ αγκομαχητά, σαν άνθρωποι που κρύβουν τον καϊμό τους, τον θάβουν στα κατάβαθα της γης, γιατί δεν πρέπει να βγει ποτέ στο φως, γιατί δεν πρέπει να τον δει το φως και φοβηθεί…Μόνος ο Νταλαβέρης ήταν σκυφτός στη μέση, και φυσούσε, πού και πού, το ναργιλέ, κι έβανε κάρβουνα, κι άλλαζε τουμπεκί. Και το μαρκούτσι γύριζε στα διψασμένα στόματα, γύριζε χωρίς να κάνει στάση, σα μια μεγάλη κολασμένη βρύση, που τη ζητούν, τη λαχταρούν τα χείλη κ’ οι καρδιές, λες για να πνίξουν το βαρύ τους άχτι, μ’ έν’ άλλο, πιο βαρύ και πιο πικρό…Κι ο γοερός, αλλόκοτος σκοπός, όλο γυρνούσε και ξαναγυρνούσε, κι ο καϊμός του, κ’ η αλλοφροσύνη του, έσκαβε και βαθούλωνε τα βράχια. Και το καντηλάκι, φοβισμένο, σπαρταρούσε μες στα σκοτεινά, κάνοντας να χορεύουν οι σκιές- σα να ζητούσε από κάπου μια βοήθεια, μες στο πέλαγος εκείνο του καϊμού, που τράνταζε και σάρωνε τα πάντα:

Μαννάκι μου, μαννάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!

Ήταν κι ο Μάκιας, το καλντεριμάκι, με τα μεγάλα τσίνουρα γύρω στα μαύρα μάτια, κ’ έσμιγε την ψιλή του τη φωνούλα, την κρυσταλλένια και σπαραχτική, μες στο γενικό μοιρολόι.

Την ώρ’ αυτή χτυπήσαν τα παιδιά. Τα τραγούδια σταματήσανε με μιας. Ο Νταλαβέρης σηκώθηκε αμέσως, και, δρασκελίζοντας καμπόσους κοιμισμένους, πήγε και μισάνοιξε την πόρτα.

Τότε τα παιδιά μπήκανε μέσα, και τράβηξαν αμίλητα στο βάθος. Ήταν εκεί μια δεύτερη σπηλιά, ακόμα πιο στενή και σκοτεινή. Μέσα κει βρισκόταν κάποιος άνθρωπος, που κάτι πάλευε μονάχος στη γωνιά. Ήταν καμμιά σαρανταριά χρονών, ψηλός, ξερακιανός, μαυριδερός. Μόλις μπήκαν μέσα τα παιδιά, γύρισε, τα κοίταξε, κ’ έπειτα ξανάρχισε τη σκοτεινή δουλειά του. Ο Νότης τότε σίμωσε και κάτι του ψιθύρισε στ’ αυτί. Κι ο άνθρωπος χαμήλωσε και κείνος τη φωνή, και κάτι αποκρίθηκε, σε τόνο θυμωμένο. Κ’ έπειτα ξανάπε δυνατά:

-      Ας΄τη να κουρεύεται, την παλιοξεσκισμένη…Αυτή δεν παίρνει από λόγια, ναν το ξέρεις!

-      Γιατί, ρε Κόλια; Δε θαν της ξηγήθηκες καλά!

-      Εγώ δεν της ξηγήθηκα καλά; Αλλά, έννοια σου, και δε θαν της περάσει…Θαν της στήσω άλλη μηχανή. Πού θα μου πάει; Δε θα μου γλυτώσει! Θαν της αλλάξω τον αδόξαστο, της βρώμας! Να μη με λένε Μπακουρέλια, θαν το δεις…

Έφτυσε χάμου, κούνησε το χέρι, κ’ έπεσε πάλι με τα μούτρα στη δουλιά. Οι άλλοι πήγαν κ’ έκατσαν τριγύρω στο λουλά. Και το τραγούδι πήρε πάλι φόρα. Πιο γερό και πιο σπαραχτικό, έμοιζε να μην έβγαινε από αντρίκια χείλη, αλλ’ από μαύρα στήθη κολασμένων, που καίγουνται και ψήνουνται στα φλογισμένα τάρταρα…Κι ο Μπακουρέλιας άφησε και πάλι τη δουλιά του, κοίταξε κατάματα το Νότη, κ’ ήρθε και του τράνταξε τους ώμους:

-      Ακου δω, ρε Νότη…Σου μιλάω τώρα φω, ο Μπακουρέλιας! Μη νταλαβερίζεσαι με βρώμες…

Ο Νότης χαμήλωσε τα μάτια. Κ’ έπειτα τα κάρφωσε στο φως του καντηλιού. Πού και πού δάγκωνε τα χείλη του μονάχα, σα να τον έτρωγε μια τύψη μυστική, που δεν μπορούσε να την αποφύγει.

Κι ο Μπακουρέλιας εξακολουθούσε:

-      Να’ μουν εγω εδώ, παέι καλά. Αλλά θα φύγω πάλι, σε τρεις μέρες, κι ούτε ξέρω πότε θα’ ρθω πίσω…Είσαι κουρνάζος, ναι, το παραδέχουμαι, αλλά μπορεί να βρεις και το μπελά σου…Άκου ντε, και μένα, τι σου λέω, και μην κάνεις όλο του κεφαλιού σου, γιατί θα πέσεις όξω, ναν το ξαίρεις…

Ο Νότης τότε του’ ρριξε μια βλοσυρή ματιά:

-      Εγώ τα’ κανα καλά, ρε Μπακουρέλια, κ’ ειμ’ άξιος και ναν τα βγάνω πέρα…

Ο Μπακουρέλιας σήκωσε τους ώμους […]

Το δεκαπεντασύλλαβο τραγούδι με το οποίο κλείνει Το τάμα της Ανθούλας περιλαμβάνεται με κάποιες διαφορές και στο βιβλίο Ναπολέων Λαπαθιώτης Τα ποιήματα:

Κάτω στου Μήτσου τον τεκέ κάναν οι μπάτσοι μπλόκο,

Και βρήκαν ντουμανότρουπες κ’ ένα γιαπί λουλάδες,

Πενηνταδυό διμούτσουνες και δεκοχτώ μαρκούτσια.

Σουρτά- σουρτά, με μπαμπεσά, ζυγώσαν οι ρουφιάνοι,

Με ζούλα ήρθαν οι πούστηδες και μας εβάναν μπόστα:

Τσιμπήσαν πρώτα το Μπαλήν, οπού φυλούσε τσίλλιες

Και μπήκαν στο τσαρδάκι μας και μας τα κάναν λίμπα!

Πήραν τις ντομανότρουπες, πήραν και τους λουλάδες,

Πήραν και τις διμούτσουνες, τα δεκοχτώ μαρκούτσια,

Πήραν και τους ντερβίσηδες και στο π[λεχτό τους πάνε.

Πήραν τον Μίκια το Ντουρντή, το τζε του Ντελαβέρη,

Το Μπάμπουλα, το Μπόρμπουλα και το Μπαλή το Μήτσο.

Πήρανε και το ντερτιλή το Ντάτα το θερίο,

Πόκανε πέντε στην Παλιά και δώδεκα στ’ Ανάπλι,

 Κι όντας μιλάη τσακίζεται και λέει: Οφ, τα’ αδερφάκι!

Πήραν και το Σκουντή το Λια με τα σμιχτά τα φρύδια,

 Κι ο Λιάκος βαρυγκόμαγε, κι ο Λιάκος βλαστημούσε.

Λιάκο μ’ τα’ έχεις και θλίβεσαι, τα’ έχεις κι αναστενάζεις;

Δεν κλαίω που με τσιμπήσανε και στο πλεχτό με πάνε,

 Μον’ κλαίω που μου τη σκάσανε κι ακόμα είμαι χαρμάνι

Απόσπασμα από Τα Ρεμπέτικα, τόμος 12ος, επιμέλεια- κείμενα Παναγιώτη Κουνάδη, σσ. 29-32

Ντελικάτες παρθένες και αρρενωπά αγόρια. Ενα ανέκδοτο αφήγηµα του «καταραµένου» ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη που µέσα από µια µελό ιστορία αναδεικνύει τα κρυµµένα πάθη στην Αθήνα των αρχών του περασµένου αιώνα, Λαμπρινή Κουζέλη, Το Βήμα, 10/07/2011

"Τα ρεαλιστικά στιγµιότυπα της νουβέλας εναλλάσσονται µε υποβλητικές ποιητικές εικόνες τυλιγµένες σε έναν διάχυτο ερωτισµό – ετερόφυλο και οµόφυλο. Ο απροκάλυπτα οµοφυλόφιλος Λαπαθιώτης είναι υπαινικτικός στη συντηρητική Νέα Εστία – µε την οποία συνεργάζεται και ως κριτικός βιβλίου –, τα υπονοούµενα όµως δεν χωρούν παρερµηνείες: ο Σωτήρης δεν ανταποκρίνεται στο αίσθηµα της Ρηνούλας όχι επειδή αγαπά άλλη γυναίκα. Η ερωτική ιστορία επάνω στην οποία δοµείται η πλοκή αποτελεί όµως µόνο το µυθοπλαστικό πρόσχηµα για ένα χρονογράφηµα της καθηµερινότητας και των ηθών της ζωής στις λαϊκές συνοικίες της πρωτεύουσας. Η µοιραία κατάληξη του ερωτικού καηµού της ηρωίδας µαρτυρείται ήδη στις πρώτες σελίδες, απαλλάσσοντας τον αναγνώστη από την αγωνία της εξέλιξης της ιστορίας. Απολαµβάνει έτσι τους περιπάτους στην Αθήνα που αρχίζει µόλις να διαµορφώνεται σε µεγαλούπολη, όπου οι εντυπωσιακές δενδροστοιχίες του άστεως, οι νωχελικοί περίπατοι στους Κήπους των Μουσών, η κοσµοπληµµύρα στην οδό Ερµού, η µεγάλη λαµπαδηφορία στρατού και µαθητών και τα εορταστικά πυροτεχνήµατα το βράδυ του Ευαγγελισµού στο Σύνταγµα συνυπάρχουν µε τις φωτιές του Κλήδωνα που φερµένες από τα χωριά της επαρχίας τριζοβολούν και γεµίζουν µε τη λάµψη και τη βαριά καπνίλα τους τους δρόµους της πόλης. Οι κανταδόροι σεργιανούν τις νύχτες στις γειτονιές και στα σοκάκια του Παγκρατίου, της ∆εξαµενής, των Πετραλώνων, του Θησείου προτού καταλήξουν στα συνοικιακά καφενεδάκια. Το τραµ ανεβαίνει ακόµη την οδό Ερατοσθένους στο Παγκράτι, οι γυναίκες κουτσοµπολεύουν τα καλοκαίρια στις αυλές ως τα µεσάνυχτα, τα κορίτσια ευκολοκοκκινίζουν ακόµη και τα αυτοκίνητα µετριούνται ακόµη στα δάχτυλα.  Στο αντίστοιχο αισθηµατικό ροµάντζο του «Το τάµα της Ανθούλας» ο Λαπαθιώτης αποτυπώνει τη ζωή του περιθωρίου και του υποκόσµου στον Πειραιά. Στο «Κάπου περνούσε µια φωνή» συµπληρώνει – όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του πεζογραφήµατος «Σελίδες µιας Αθήνας περασµένης» – την αθηναιογραφία των αρχών του 20ού αιώνα προσθέτοντας στις νατουραλιστικές περιγραφές του ∆. Βουτυρά, του Ιω. Κονδυλάκη, του Μ. Μητσάκη και του Αλ. Παπαδιαµάντη εικόνες µιας απλής, ανέµελης, αισθησιακής, ηδυπαθούς Αθήνας, σαγηνευτικής και ολέθριας".

Η ανήσυχη φύση του "πεζού" Λαπαθιώτη, της Ελένης Καραβασίλη, Η Αυγή, 02/06/2013.

"Στο πεζό έργο Το τάμα της Ανθούλας, το οποίο κινείται στα όρια νουβέλας και μυθιστορήματος, ο Λαπαθιώτης διοχετεύει, με τον πιο εξωστρεφή τρόπο, την εμπειρία του από το κοινωνικό περιθώριο, τον κόσμο της νύχτας και τα ναρκωτικά. Το τάμα της Ανθούλας αναδεικνύει την όψη του μποέμ Λαπαθιώτη, που ασφυκτιά στα συντηρητικά "πρέπει" της αθηναϊκής ελίτ και αναζητά συντροφιά στο κοινωνικό περιθώριο της Πειραϊκής. Εδώ ο αριστοκράτης Λαπαθιώτης απεκδύεται την ταξική του καταγωγή και παραχωρεί τη θέση του στον επαναστατημένο νέο των νυχτερινών περιπλανήσεων. Παρά την όποια μυθοπλασία, είναι εμφανές ότι Το τάμα της Ανθούλας μεταφέρει πραγματικά βιώματα του λογοτέχνη, στοιχειοθετώντας γλαφυρά την ανήσυχη φύση του. Το τάμα της Ανθούλας δημοσιεύτηκε στο λαϊκό περιοδικό Μπουκέτο, σε έντεκα συνέχειες, από τις 24 Δεκεμβρίου του 1931 έως τις 14 Φεβρουαρίου του 1932. Η δημοσίευσή του πραγματοποιείται σε μία δεκαετία όπου η πολιτική ιδεολογία του λογοτέχνη έχει ωριμάσει, γι' αυτό και λανθάνει σε διάφορα σημεία του έργου. Η εργατική καταγωγή των ηρώων, ο ταξικός ξεπεσμός, η περιγραφή της ρημαγμένης ζωής τους, οι φτωχογειτονιές του Πειραιά μαρτυρούν την επαφή του Λαπαθιώτη με τον κόσμο του εργατικού κινήματος. Αξιοσημείωτη είναι η εξοικείωση του λογοτέχνη με το λεξιλόγιο της καθημερινής, λαϊκής γλώσσας. Στους λιγοστούς διαλόγους οι ήρωες μεταχειρίζονται αυθεντικές φράσεις της λαϊκής ομιλίας. ("-Άκου δω ρε Νότη... Σου μιλάω τώρα 'γω, ο Μπακουρέλιας! Μη νταλαβερίζεσαι με βρώμες...")"

 

 

H ηγεμονία της Αξίας και οι ψευδαισθήσεις του νεοφιλελευθερισμού, του Μαν. Βαρδή

News - Μ. Βαρδής

Written by Administrator Saturday, 19 July 2014 17:25

Η ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ // ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Το βιβλίο «Η Ηγεμονία της Αξίας- Για μία επανίδρυση της Οικονομίας» του Γάλλου οικονομολόγου André Orléan (σε μετάφραση της Χριστιάννας Σαμαρά, και από τις εκδόσεις Πόλις) έρχεται και αυτό με τη σειρά του να απομυθοποιήσει κλασικές παραδοχές της νεοκλασικής οικονομικής ορθοδοξίας. Ο συγγραφέας, υποστηριχτής των «οικονομικών των κοινωνικών συμβάσεων» (economics of convention), αποπειράται να αφαιρέσει από τα αγαθά που ανταλλάσσονται την οποιαδήποτε εγγενή τους αξία- είτε με την μορφή της εργατικής δύναμης για την παραγωγή τους, είτε με την μορφή της ωφελιμιστικής χρησιμότητας. Θεωρεί ότι η αγορά και οι εμπορικές ανταλλαγές είναι κυρίως κοινωνικά γεγονότα, οπότε η αξιολόγηση ποτέ δεν θα είναι ουδέτερη. Ιδιαίτερη σημασία έχει το 2ο κεφάλαιο «Η εμπορευματική αντικειμενικότητα». Στο κεφάλαιο αυτό αποτυπώνεται η νεοκλασική θεωρία των ατομικών προτιμήσεων. Στα πλαίσια ενός αναρχικού ατομικισμού, ο κάθε οικονομικά δρών παραμένει παντελώς αδιάφορος απέναντι στους άλλους, αναζητεί αγαθά για την χρησιμότητά τους, οι τιμές επιβάλλονται έξωθεν από τον «εκφωνητή της αγοράς», τον «δημοπράτη», με τελικό σκοπό την εγκαθίδρυση μίας δίκαιης τάξης, ενός «βαλρασιανού» κόσμου ισορροπίας, στον οποίον υπάρχει πλήρης πληροφόρηση και καμία στρατηγική. Ο νεοκλασικός καταναλωτής γνωρίζει με βεβαιότητα τι ακριβώς επιθυμεί. Οι αυτοματισμοί κυριαρχούν. Η εμπορευματική αγορά είναι μία οδική κυκλοφορία με σηματοδότη. Αφού υπάρχει το «κόκκινο» και προϋποτίθεται ότι όλοι θα το σεβαστούν, δεν υπάρχει λόγος για τον οδηγό να εισέλθει σε διαδικασίες πρόβλεψης, συσχετισμών και αβεβαιότητας. Ο ιδεότυπος αυτός λειτουργεί κανονιστικά, το γνωρίζουμε και εμείς σήμερα από τα νεοφιλελεύθερα παπαγαλάκια σε υπουργεία, Πανεπιστήμια και ΜΜΕ, και επιθυμεί να διαμορφώσει την πραγματικότητα, όχι απλά να την περιγράψει. Ζητήματα όπως η αβεβαιότητα, το έλλειμμα πληροφόρησης, ο μιμητισμός στη διαδικασία απόκτησης των αγαθών, ο φθόνος και η ζήλεια, το φαινόμενο των αυξανόμενων αποδόσεων, η κατοχή αγαθών ως έκφραση κύρους και κοινωνικής ισχύος, δεν ενδιαφέρουν και εξοβελίζονται από την ατζέντα τους. Ο «βαλρασιανός» κόσμος βγάζει από το κάδρο του την απεριόριστη επιθυμία, όμως βασίζεται στην κατανάλωση, προτάσσει μάλιστα την ύπαρξη θεσμών, μόνο που πρόκειται για εξωτερικούς «δημοπράτες»: ένας τέτοιος ρόλος επιφυλάσσεται και στο Δημόσιο. Η «βαλρασιανή» οικονομία της αγοράς θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία. Απλά ο κεντρικός σχεδιασμός έχει αντικατασταθεί από τον «δημοπράτη». Έχω μιλήσει για την σύγκλιση νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας με σταλινικού τύπου οικονομικούς σχεδιασμούς. Αυτό που συγκλονίζει είναι αυτό που αφήνει να εννοηθεί ο André Orléan χωρίς να το λέει ξεκάθαρα: το σύγχρονο άτομο, στη δίνη της προσωπικής και κοινωνικής αβεβαιότητας και χωρίς ιδεολογικά ή θρησκευτικά ερείσματα, αποζητά καταφύγιο σταθερότητας και ασφάλειας σε έναν ιδεότυπο, σε μία οικονομική αφαίρεση, η οποία είναι εκτός κοινωνικής πραγματικότητας και αγοράς. Τα ουδέτερα πλαίσια των αυτοματισμών δεν υπάρχουν πουθενά. Από μία οικονομία σχέσεων περνάμε σε μία οικονομία μεγεθών. Τα αγαθά έχουν την αξία της χρησιμότητάς τους. Το χρήμα σαν ρευστότητα έρχεται μετά. Το υποκείμενο καλείται να αναζητεί την αξία της ζωής του σε μία ιδεοτυπική και καταναγκαστική αγορά (συγκρίνετε την πραγματική αγορά των γιουσουρούμ τις Κυριακές και το επιβεβλημένο άνοιγμα των καταστημάτων του ανθυπο- agent Γιακουμάτου). Η απορρύθμιση που προωθείται δεν είναι προβληματική γιατί είναι αντι- κρατική, αντι- κοινωνική, αντι- δημοκρατική κα, είναι προβληματική γιατί είναι η αυταρχικού τύπου πραγματοποίηση μίας ιδεοληψίας περί αγοράς σε βάρος της πραγματικής αγοράς. Το βιβλίο αξίζει να διαβασθεί και να δωρηθεί στους υπαλλήλους της Τρόϊκας σε κάθε Υπουργείο!

Add a comment
 

Who's Online

We have 147 guests online

Statistics

Members : 34
Content : 334
Web Links : 17
Content View Hits : 277795

DemocracyCrisis Social Media

SocialTwist Tell-a-Friend

DemocracyCrisis© All Rights Reserved