DemocracyCrisis.com - Η Δημοκρατία σε κρίση;

Παρασκευή 25/07/2014

H αξιολόγηση των Δημοσίων Υπαλλήλων υπό άλλο πρίσμα…, του Μαν. Βαρδή

Είναι φανερό ότι η προτεινόμενη (και ψηφισθείσα) από τον υπουργό, κ. Κυρ. Μητσοτάκη, μέθοδος αξιολόγησης έχει δημιουργήσει μία τέτοια συγκρουσιακή δυναμική, που υπερβαίνει και το ίδιο το διακύβευμα.

Καταρχήν, λησμονείται κάτι ουσιώδες από την πολιτική ηγεσία: το παρουσιαζόμενο ως απειλητικό ή υπονομευτικό στοιχείο (η άρνηση των ΔΥ μέσω της απεργίας τους), είναι τελικά το ίδιο εκείνο στοιχείο που προσφέρει υπηρεσίες στην κρατούσα πλευρά. Οι ΔΥ που θεωρούνται απειλητικοί ή υπονομευτές είναι αυτοί στους οποίους θα καταφύγει ο εγκαλών αυτούς για να «βγάλουν/ διεκπεραιώσουν τη δουλειά».

Από εκεί και πέρα, απλώνονται επίπεδα «άγνοιας». Άγνοια της δυναμικής της αντίδρασης. Όπως λέει και ο (φιλόσοφος και στοχαστής) Παν. Κονδύλης «χωρίς παραβίαση των θεσμών δεν μπορεί να επιτευχθεί το σημαντικότερο μέρος της εργασίας στην ώρα του. Το να εργάζεσαι αυστηρά με τις αρχές του πρωτοκόλλου είναι συχνά η αποτελεσματικότερη μορφή απεργίας […]». Με άλλα λόγια, οι κοινωνικές ή/ και εργατικές αντιδράσεις ως ένα (μυωπικό) βαθμό πρέπει να ερμηνεύονται από την εξουσία ως άλλοθι για τη νόμιμη βία της. Της αναγνωρίζεται αυτό το δικαίωμα, αλλά ας δει λίγο και την άλλη πλευρά ενός ευφυούς μάνατζμεντ- που τόσο της αρέσει.

Άγνοιας επίπεδο δεύτερο. Η κρατούσα εξουσία έχει δημοκρατικώ τω τρόπω το δικαίωμα και τη δυνατότητα άσκησης νόμιμης φυσικής βίας, χάριν της επιβολής της. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Όμως, αποσιωπάται ότι η ίδια αυτή εξουσία χρειάζεται ένα κομμάτι ισχύος το οποίο να είναι κοινωνικά αποδεκτό και ενεργό. Διότι η εξουσία ποτέ δεν ταυτίζεται με την ισχύ. Και η ισχύς είναι το γενικότερο. Αλλιώς είσαι απλά μία δικτατορική Σοβιετία, με εξουσία αλλά χωρίς ισχύ. Οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται, αλλά με 80-90% αποτυχία εφαρμογής, γίνεσαι αυτό που κατηγορείς τους άλλους.

Άγνοιας επίπεδο τρίτο. Όλοι είμαστε μέσα στην Ιστορία. Όλοι έχουμε άδικο και δίκαιο. Η απόλυτη σχετικότητα της ζωής τελικά αναπόφευκτα οδηγεί στη «λεπταισθησία της κρίσεως», ή στο κοινώς λεγόμενο «γούστο». Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τους δρώντες δεν είναι ποτέ κυρίως επεξεργασμένες αντικειμενικές θέσεις (στα καθ’ ημάς, αρκεί να αναφερθεί η μυθολογία του αριθμού των ΔΥ σε σχέση με τις Ευρωπαϊκές χώρες, το ζήτημα των επιόρκων, το πλήθος των «κοπανατζήδων» κ.α.), αλλά εκφράσεις «γούστου», δηλαδή δηλώνουν τις βαθύτερες κλίσεις και προτιμήσεις των κρατούντων. Δεν είναι κακό να το παραδεχθούν. Θα έλεγα ότι είναι ιστορικά αναπόφευκτο. Θα έπρεπε όμως αυτό το «γούστο» να το διατυπώσουν πλειοψηφικά- και όχι μόνο βάζοντας μπροστά έναν, δύο ή τρεις νεοφιλελεύθερους βουλευτές ή υπουργούς-, και να το θέσουν στην κρίση του ελληνικού λαού.

Και μία υπόδειξη (όχι προς την πολιτική ηγεσία). Υπάρχει, φίλοι μου, πρόβλημα όταν σοβαρά προβάλλεται ότι είμαστε υπέρ της αξιολόγησης, αλλά απλά την θέλουμε πιο επιστημονική και «αντικειμενική», για να επιτευχθούν οι «στόχοι» (ποιοι στόχοι, τώρα, τρέχα γύρευε…). Μπορούμε να είμαστε υπέρ μίας αξιολόγησης που βασίζεται στο ΔΥ ως λειτουργού του δημοσίου συμφέροντος, στο ΔΥ ως υπερασπιστή της δημοκρατικής τάξης και του Συντάγματος, στο ΔΥ με δικαίωμα λόγου και αντίρρησης προς κάθε κατεύθυνση, στο ΔΥ που δεν κάνει ό,τι του λένε γιατί του το λένε. Άλλωστε, «ο υποταγμένος υιοθετεί τις αξίες του κυρίαρχου ώστε να παρηγορείται- κολακεύεται, νομίζοντας ότι ο εξουσιαστής του είναι απλώς ένας υπηρέτης των ίδιων αξιών, συνυπηρέτης με τον εξουσιαζόμενο και ίσος μαζί του. Συνεπώς, όποιος δεν θέλει να γίνει υποταγμένος στον ισχυρό οφείλει να αρνείται την εικόνα και την ιδεολογία που ο ισχυρός προβάλλει για τον εαυτό του και επιβάλλει» (Παν. Κονδύλη, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, τομ. 1)

ΥΓ. «Εξουσία σημαίνει να εξαναγκάζεις κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του. Ισχύς σημαίνει να ωθείς κάποιον να κάνει κάτι νομίζοντας ότι αυτή είναι η θέλησή του»

 

Οι παραπομπές στο κείμενο έχουν ως βάση και αντλήθηκαν από το άρθρο «Ισχύς και Εξουσία στο όψιμο έργο του Π. Κονδύλη», του Ρεϋμόνδου Πετρίδη, από το περ. νέος Ερμής ο Λόγιος, 10/2014, σσ. 118-162.

 

Δημήτρης Λιαντίνης, Lifo, 23/07/2014

News - Thursday

Written by Administrator Thursday, 24 July 2014 08:24

Πηγή: εδώ!

"Διοτίμα μου, φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης. Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι. Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού. Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι' αυτό το έγκλημα με σκοτώνει. Να φροντίσεις να κλείσεις με τα χέρια σου τα μάτια της γιαγιάς Πολυτίμης, όταν πεθάνει. Αγάπησα πολλούς ανθρώπους. Αλλά περισσότερο τρεις. Το φίλο μου Αντώνη Δανασσή, τον αδερφοποιτό μου Δημήτρη Τρομπούκη, και τον Παναγιώταρο το συγγενή μου, γιο και πατέρα του Ηρακλή. Κάποια στοιχεία από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου. Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα, και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου. Σας αφήνω εσένα, τη μανούλα και το Διγενή, το σπίτι μου δηλαδή, που του στάθηκα στύλος και στέμμα, Γκέμμα πες, σε υψηλούς βαθμούς ποιότητας και τάξης. Στην μεγαλύτερη δυνατή αρνητική εντροπία. Να σώζετε αυτή τη σωφροσύνη και αυτή την τιμή. Θα δοκιμάσω να πορευτώ τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα. Αν όμως δεν αντέξω να υψωθώ στην ανδρεία που αξιώνει αυτός ο τρόπος, και ευρεθεί ο νεκρός μου σε τόπο όχι ασφαλή, να φροντίσεις με τη μανούλα και το Διγενή, να τον κάψετε σε ένα αποτεφρωτήριο της Ευρώπης. Έζησα έρημος και ισχυρός. Λιαντίνης. Τη μέρα που θα πέσω έδωσα εντολή να στεφανωθούν οι μορφές Σολωμού στη Ζάκυνθο κ' Λυκούργου στη Σπάρτη." (Αποχαιρετιστήριο γράμμα που άφησε ο Δημήτρης Λιαντίνης στην κόρη του όταν εξαφανίσθηκε την 1η Ιουνίου 1998)"

 

Οδοιπορικό στα δισκοπωλεία της Αθήνας, από newsbeast.gr

News - Thursday

Written by Administrator Thursday, 24 July 2014 08:13

Πηγή: εδώ!

Ζαχαρίας – Μοναστηράκι. Το δισκοπωλείο Ζαχαρίας υπάρχει στο Μοναστηράκι από την δεκαετία του ’90, «Το ’93 ανοίξαμε. Παρά την εξάπλωση του cd ένα μεγάλο μέρος βινυλιόφιλων δεν τσίμπησε και συνέχισε να αγοράζει δίσκους. Έτσι αποδείχτηκε μια καλή εποχή, με συμφέρουσες τιμές για όσους σκόπευαν να φτιάξουν δισκοθήκη» αναφέρουν οι υπάλληλοι του δισκοπωλείου. Το εν λόγω κατάστημα, είναι από τα πρώτα που μας επιβεβαιώνει την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το βινύλιο τόσο στο νεανικό όσο και στο συλλεκτικό κοινό. «Το είδος που προτιμούν οι νέοι είναι κυρίως το Hip Hop χωρίς να περιορίζονται απαραίτητα εκεί» αναφέρει ο Γιάννης, υπάλληλος του καταστήματος. Η ειδοποιός διαφορά όμως, σύμφωνα με τους υπαλλήλους του μαγαζιού, είναι η μείωση του ποσού που μπορούν να διαθέσουν οι καταναλωτές. Ενώ στο εξωτερικό ένα συλλεκτικό βινύλιο ιδιαίτερα σπάνιο μπορεί να αγγίξει τις 3.000 με 4.000 χιλιάδες, στην Ελλάδα δεν ξοδεύονται τέτοια ποσά. Η τιμή που πληρώνει συνήθως ένας συλλέκτης σήμερα κυμαίνεται από 80 έως 100 ευρώ. «Οι συλλεκτικοί δίσκοι άλλωστε πωλούνται πλέον περισσότερο διαδικτυακά» μας ενημερώνουν οι υπάλληλοι. Όπως στα περισσότερα δισκοπωλεία που επισκεφτήκαμε, έτσι και στο Ζαχαρία «τα σπάνια» στολίζουν τους τοίχους. Δίπλα τους βρίσκονται κρεμασμένοι και μερικοί χρυσοί δίσκοι. «Δεν παίζουν βέβαια, υπάρχουν απλά τιμής ένεκεν» εξηγεί ο Γιάννης. Σε κάποια από αυτά πωλούνται και πικ απ με συνηθέστερο μοντέλο το ανθεκτικό Mk-2 της Technics. Η τιμή του μπορεί να κυμανθεί από 300 έως και 500 ευρώ ανάλογα με την κατάστασή. Ο λόγος σύμφωνα με τους υπαλλήλους του καταστήματος που επιστρέφει ο κόσμος στο βινύλιο, είναι ο ήχος. «Αν ακούσεις ένα μουσικό κομμάτι σε cd και στη συνέχεια σε βινύλιο διαπιστώνεις αμέσως πόσο πιο ψυχρό είναι το ψηφιακό από το αναλογικό». Ένα άλλο πλεονέκτημα είναι και η συνολική αίσθηση που σου προσφέρει ο δίσκος σαν αντικείμενο. « Το εξώφυλλο, η φροντίδα που χρειάζεται ακόμα και τη στιγμή που θα τον βάλεις να παίξει, πόσο μαλακά πρέπει να ακουμπήσεις τη βελόνα στην επιφάνεια του. Ασχέτως αν το cd βολεύει από άποψη αποθήκευσης το βινύλιο προσφέρει μια ολοκληρωμένη μουσική εμπειρία. Δεν είναι λίγοι οι πελάτες που προτού αγοράσουν ένα μεταχειρισμένο δίσκο τον κοιτούν εξεταστικά σαν να κρατούν στα χέρια τους κάτι έμψυχο». Τα πιο ακριβά κομμάτια του καταστήματος, που προ κρίσης έφταναν και τα 300 ευρώ, σήμερα δεν ξεπερνούν τα 100. Οι υπάλληλοι συνεχίζουν να ταξιδεύουν, αν και πιο αραιά, σε όλο τον κόσμο στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν το εμπόρευμα. Παλαιότερα έκαναν τουλάχιστον 5 ταξίδια το χρόνο. «Για να εντοπιστούν οι δίσκοι χρειάζεται αρκετό ψάξιμο και διευρυμένες μουσικές γνώσεις. Πρέπει να ξέρεις τι αγοράζεις. Βινύλια που πολλές φορές δεν σημαίνουν κάτι για εσένα, αποδεικνύονται πολύτιμα για το συλλεκτικό κοινό». Στο δισκοπωλείο Ζαχαρίας συναντάμε και τον Νίκο, έναν τακτικό πελάτη που επισκέπτεται το κατάστημα τουλάχιστον μια φορά το μήνα. «Ο ήχος δεν έχει καμία σχέση με όλους τους άλλους. Την περίοδο που κυκλοφόρησε το cd παρασύρθηκα αλλά στη συνέχεια επέστρεψα στο βινύλιο». Ο Νίκος διαθέτει το μήνα 100 με 150 ευρώ για δίσκους χωρίς το επάγγελμά του να έχει σχέση με την μουσική. Στη συλλογή του υπάρχουν περίπου 800 δίσκοι αν και ο ίδιος δεν χαρακτηρίζει τον εαυτό του συλλέκτη. «Εγώ έχω στη δισκοθήκη μου μόνο αυτά που ακούω. Όταν κάτι δεν μ’ αρέσει και δεν το ακούω συνήθως το επιστρέψω και να πάρω κάτι άλλο».

Mr Vinilios – Μοναστηράκι Δημήτρης: «Το μεγαλύτερο μέρος της πελατείας κινείται σε ίδια μονοπάτια που κάνουν συνεχώς κύκλους» Λίγο πιο κάτω, σε μια στοά, συναντάμε το δισκοπωλείο «Mr. Vinylios». Υπάρχει εκεί σχεδόν είκοσι χρόνια, από το 1996. Ο Δημήτρης, υπάλληλος του καταστήματος μας βεβαιώνει πως η κρίση υπάρχει αλλά φαίνεται να υποχωρεί. «Αν και είδος υπό εξαφάνιση παρουσιάζει μια κάποια άνοδο αφού υπάρχουν άνθρωποι που εκτιμούν τη διαφορά του ήχου, την οποία για να αναλύσουμε χρειαζόμαστε ώρες» μας ενημερώνει ο Δημήτρης και συμπληρώνει πως «άλλο είναι να επισκέπτεσαι ένα μουσείο για να θαυμάσεις έναν αυθεντικό πίνακα και άλλο να κοιτάς μετέπειτα τη φωτογραφία που τράβηξες». Το βινύλιο, όπως λέει, διέθετε πάντα συλλεκτικό κοινό. «Υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιοι συλλέκτες πληρώνουν αστρονομικά ποσά για έναν δίσκο. Η σημερινή τιμή ενός δίσκου του John Lenon, για παράδειγμα, μπορεί να φτάσει και τα 50.000 ευρώ» λέει την στιγμή που μας δείχνει τον ακριβότερο δίσκο του μαγαζιού που κοστίζει 250 ευρώ. «Τώρα πια την πελατεία αποτελούν λίγοι και καλοί. Βέβαια η πτώση δεν προκύπτει υπολογίζοντας τον αριθμό των πελατών εφόσον κάποτε μπορεί να ψώνιζαν 1.000 άνθρωποι 1.000 δίσκους, ενώ σήμερα 100 άνθρωποι 600 δίσκους. Η πτώση των καταναλωτών δεν είναι ανάλογη αυτής του όγκου των πωλήσεων». Αρκετοί είναι άλλωστε και οι τακτικοί πελάτες που δαπανούν 50 ή 100 ευρώ την εβδομάδα για την αγορά δίσκων. «Λίγο αυτοί, λίγο το internet επιβιώνουμε. Πουλάμε άλλωστε οτιδήποτε οπουδήποτε εφόσον γνωρίζουμε από μουσική κάτι παραπάνω από το μέσο όρο» αναφέρει χαρακτηριστικά. Κριτήριο επιλογής των βινυλίων ουσιαστικά δεν υπάρχει ή τουλάχιστον δεν εντοπίζεται εύκολα. «Κάποιοι φαίνεται πως ψωνίζουν ακόμα κι από κεκτημένη ταχύτητα. Απορείς καμιά φορά που προτιμούν κάποιους δίσκους έναντι άλλων. Με τον καιρό κατάλαβα πως αυτό συμβαίνει γιατί μέχρι εκεί ασχοληθήκαν. Αν μπορούσες να επιβάλλεις σε κάποιους πελάτες να αγοράσουν άλλους δίσκους από αυτούς που ψάχνουν είναι σίγουρο πως θα επιβεβαίωναν στο τέλος πως αυτό που τους έδωσες ήταν αυτό που ήθελαν». Οι τάσεις άλλωστε διαμορφώνονται από τα μέσα ενημέρωσης, από άρθρα που δημοσιεύονται καθώς και από τις επιτυχημένες καμπάνιες των δισκογραφικών εταιρειών όπως προσθέτει ο Δημήτρης. Εξαιτίας αυτού το μεγαλύτερο μέρος της πελατείας κινείται σε ίδια μονοπάτια που κάνουν συνεχώς κύκλους. «Μπορεί να υπάρξει υπέρμετρη ζήτηση για Σαββόπουλο, ή για Σιδηρόπουλο, ενώ νωρίτερα ζητούσαν συνεχώς Χατζηδάκη ή ρεμπέτικα. Δεν μπορεί κανείς να το υπολογίσει, εμφανίζονται κύματα ανθρώπων που ζητάνε τα ίδια πράγματα ανά περιόδους. Τώρα πια η αγορά δίσκου έχει γίνει εν μέρει της μόδας, γι’ αυτό επισκέπτονται το μαγαζί και μικρότερες ηλικίες , νέοι 15 και 16 ετών, κάπως πιο ψαγμένοι, που αγοράζουν δίσκους για τους ίδιους ή για δώρο». Το Mr Vinilios, όπως μας ενημερώνει ο Δημήτρης, διαθέτει την μεγαλύτερη ελληνική δισκοθήκη σε σχέση με άλλα δισκοπωλεία. Στο μαγαζί υπάρχουν 50.000 τίτλοι δίσκων οι οποίοι ανανεώνονται καθημερινά. «Δεν προμηθευόμαστε μόνο από εξωτερικό αλλά κι από Ελλάδα ακόμα κι από αυτούς που ήδη έχουν μια συλλογή». Το κατάστημα ανήκει στον Ιωάννη Μαύρο ο οποίος μαζί με τον Δημήτρη έχοντας ως χόμπι την μουσική θέλησαν κάπου να την στεγάσουν. Ο Δημήτρης έχει στην προσωπική του συλλογή άλλωστε ίσως και περισσότερους δίσκους από ότι στο δισκοπωλείο…

Read more: Οδοιπορικό στα δισκοπωλεία της Αθήνας, από newsbeast.gr

 

Πέμπτη 24/07/2014

eakin-oman-081414.png

In the Heart of Mysterious Oman, by Hugh Eakin, The New York Review of Books, 14/08/2014

"Unlike its neighbors, the sultanate has a highly diverse society, a legacy of its earlier history as a maritime empire. Oman had a long and lucrative involvement in the Indian Ocean slave trade, and for much of the nineteenth century the Omani sultan ruled from Zanzibar, more than two thousand miles from the Arabian mainland. Sultan Taimur bin Faisal, the great-grandfather of the current ruler, spoke Gujarati and Swahili far better than he spoke Arabic. Today there is a large and ethnically mixed Swahili-speaking community, including both people of Omani origin who returned after generations in Africa and those whose ancestors were slaves. Oman’s considerable population of Balochis, descended from the larger community in what is now southwest Pakistan, are Sunni and disproportionately represented in the armed forces. Numerous merchant families on the coast are of Indian origin, including both Hindus and Shia. The more austere and conservative interior of the country is the center of Ibadi Islam, while the southern Dhofar region is dominated by Sunni Arab tribes, including the Jabbalis, a mountain people who speak their own south Arabian language. Holding all these groups together, as the political scientist Marc Valeri explains in Oman: Politics and Society in the Qaboos State, is a vision of “Omanity,” or national identity, that has been carefully fostered by Sultan Qaboos. In Muscat, buildings are low-slung, white, and frequently adorned with crenellations, as if to defend against the glass-fronted skyscrapers so prominent in neighboring capitals. (Since the 1980s, when the sultan adopted the country’s historic mud-brick forts as a central part of the national heritage, fort-like architectural elements have turned up on everything from mosque façades to air-conditioner boxes.) In the south, the government has begun building a 180-mile security fence along the border with Yemen, to keep out unwanted Islamists. Although it is a major oil producer and has extensive military ties with the West, Oman does not belong to OPEC, and foreign NGOs are shunned. It is one of the only states in the world without a national office of the International Red Cross. Nonetheless, Oman has not been impervious to change. Between January and May 2011, amid the Arab uprisings, the country experienced the first large-scale protests in decades. And while the protesters pledged support for the sultan, they also demanded significant reforms, including more jobs, an independent legislature, and an end to corruption. “It was a big surprise,” Mohammed Mahfoodh al-Ardhi, the chairman of the National Bank of Oman, told me in Muscat. “Omanis are very low-key. To see young people in the streets was a shock.”

Πρωτογλώσσα και αγέλη, από Hypothesis, 22/07/2014

"Η πρώτη ταινία για τον πλανήτη των πιθήκων γυρίστηκε το 1968 και αντιπροσώπευε την εποχή της (πηγή). Οι πίθηκοι είχαν επικρατήσει σε ένα άλλο πλανήτη. Επομένως η ταινία παρέμενε ως μια ενδιαφέρουσα αλληγορία χωρίς αγκύρωση στην πραγματικότητα. Όμως η δεύτερη ταινία του 2011 (πηγή) και η τελευταία ταινία του 2014 (πηγή) κάνουν μια ενδιαφέρουσα υπέρβαση. Ο πλανήτης των πιθήκων είναι η γη, η οποία μετά από μια κατάρρευση είναι αβίωτη για τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι εξαρτημένοι από τη στοιχειώδη τεχνολογία, ενώ δεν έχουν ανοσία στις νέες ασθένειες. Αντίθετα οι πίθηκοι είναι εξοικειωμένοι να ζουν σε ένα στοιχειώδη οργανικό κόσμο, χωρίς τεχνολογία, αντέχουν στους νέους ιούς και η ελαφρώς βελτιωμένη διάνοια τους , λόγω ενός πειράματος που κατέληξε αντίθετα από τις προσδοκίες, τους επιτρέπει να είναι τουλάχιστον ανταγωνιστικοί προς τους ανθρώπους .Το 2014 δεν έχει ανάγκη να επινοήσει νέους πλανήτες αλλά να αναπαραστήσει τον κόσμο σε μια λογικοφανή εκδοχή. Το απόλυτο εύρημα της ταινίας είναι η γλώσσα των πιθήκων .Οι πίθηκοι μιλάμε μεταξύ τους μόνο με νεύματα , ως μια εξελιγμένη νοηματική γλώσσα, ενώ μιλάνε ανθρώπινα μόνο μονολεκτικά με λίγες κομβικές λέξεις .Ο πλανήτης των πιθήκων του 2014 είναι ουσιαστικά ο πλανήτης ανταγωνισμού μεταξύ του Homo Sapiens και ενός κινηματογραφικού προγόνου του, ο οποίος ονομάζεται πίθηκος αλλά τεχνικά είναι "αρχάνθρωπος". Ταυτόχρονα αναδύονται δυο διαφορετικές μορφές κοινωνικής  οργάνωσης και διοίκησης. Οι άνθρωποι βασίζονται στην εξουσία των ειδικών, των τεχνικών που χρησιμοποιούν τη γνώση ως κύρος. Οι πίθηκοι -αρχάνθρωποι συμβιώνουν στην κλασσική οργανική δομή του ισχυρού σοφού αρχηγού που αντλεί το κύρος από την συναισθηματική του ευφυΐα. Ο αρχηγός Καίσαρ είναι φυσικός ηγέτης, ένας βασιλιάς φιλόσοφος του κόσμου του.Το εύρημα της αληθοφανούς, διγλωσσίας  των αρχανθρώπων  αναβαθμίζει την ταινία από το επίπεδο της προφανούς «αμερικανιάς» της. Οι άνθρωποι  μιλάνε μία γλώσσα  ενώ οι αρχάνθρωποι δύο. Στην ταινία η νοηματική γλώσσα διερμηνεύεται στην οθόνη, καθώς κανείς θεατής δεν μπορεί να την αποκωδικοποιήσει"

La I Guerra Mundial. Un relato multimedia de un conflicto global mediante las voces de diez historiadores de todo el mundo

 "Die blaue Dahlie" ("The Blue Dahlia"), USA 1946:  Das einzige...

Geburtsstunde des Film noir. Ungeschminkt und brutal, Der Spiegel, 22/07/2014

"Ein Mann sitzt im nächtlichen Halbschatten eines Büros. Schweißperlen rinnen an seiner Wange hinab, er ist schwer verletzt. Mühsam zündet er sich eine Zigarette an und spricht das Geständnis eines Mordes in ein Tonbandgerät: "Ich bin's, Walter Neff, Versicherungsagent, 35 Jahre alt, unverheiratet, keine sichtbaren Kennzeichen. Es ging um viel Geld. Und um eine Frau. Ich verlor beides, sie und das Geld. Pech." Im amerikanischen Original hört sich das noch ein bisschen lakonischer an: "Yes, I killed him. I killed him for money. And for a woman. I didn't get the money and I didn't get the woman. Pretty isn't it?" Diese Sätze, der Schauspieler Fred MacMurray spricht sie zu Beginn des Films "Frau ohne Gewissen" von 1944, klingen heute unfreiwillig komisch, fast wie eine Parodie. Das liegt an der Ikonisierung, die Filme der sogenannten "Schwarzen Serie" Hollywoods im Laufe der Jahrzehnte durch zahlreiche Hommagen und augenzwinkernde Neu-Interpretationen von begnadeten Regisseuren wie den Coen-Brüdern oder Quentin Tarantino erfahren haben. Damals, vor 70 Jahren, waren diese vor Selbsthass triefenden Sätze nicht nur eine Universalzusammenfassung des Film noir. Sie waren ein Skandal. Vor allem, weil Fred MacMurray sie sprach, damals einer der bestbezahlten Schauspieler Hollywoods, der allerdings bis dahin eher als grundguter Kerl in seichten Komödien zu sehen gewesen war. Nachdem andere Größen wie Alan Ladd, James Cagney oder Gregory Peck aus Angst um ihre Karriere abgesagt hatten, gewann Regisseur Billy Wilder ausgerechnet MacMurray für die zwielichtige Rolle des smarten, aber naiven Versicherungsverkäufers, der Lust und Gier verfällt. Die Rolle der ruchlosen Femme fatale besetzte er mit Barbara Stanwyck, zu jener Zeit Hollywoods berühmteste Aktrice - und gab sie der Lächerlichkeit preis, indem er sie betont billig als Flittchen inszenierte, unter anderem mit einer absurden, blonden Perücke"

 

Zεϊμπέκικο: ένα δοκίμιο, του Κ. Ταχτσή, rebetiko.gr

News - Wednesday

Written by Administrator Tuesday, 22 July 2014 17:00

Πολλοί έχουν την εντύπωση, ότι το ζεϊμπέκικο, κι όλοι οι άλλοι ρεμπέτικοι χοροί, εισήχθησαν στην Ελλάδα απ' τους πρόσφυγες. Λέγοντας εδώ Ελλάδα, εννοούμε, φυσικά, την «παλιά» Ελλάδα, γιατί, πριν απ' τους Βαλκανικούς πόλεμους, ένα μεγάλο μέρος της σημερινής Ελλάδας ήταν τούρκικες επαρχίες, κι οι Έλληνες εκεί τραγουδούσαν και χόρευαν ο,τι περίπου και οι Έλληνες της Μικρά Ασίας.  Η αλήθεια είναι πώς, μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θράκης, οι χοροί αυτοί διαδόθηκαν, χωρίς, ίσως μεγάλη επιτυχία στην αρχή, και στην «παλιά» Ελλάδα, και χορευοντουσαν από μια ορισμένη τάξη ανθρώπων πολύ πριν έρθουν οι πρόσφυγες. Αλλ είναι εξ ίσου αναμφισβήτητο, ότι οι πρόσφυγες τους έδωσαν την ώθηση που χρειαζόντουσαν. Χωρίς αυτούς είναι ζήτημα αν θα γινόντουσαν αυτό που είναι σήμερα, δηλαδή εθνικά, σχεδόν, τραγούδια, ισότιμα με τα άλλα δημοτικά. Ρεμπέτικοι χοροί υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλών ειδών. Εδώ θα ασχοληθώ μόνο με το ζεϊμπέκικο, το μόνο απ' τα ρεμπέτικα που γνώρισα καλύτερα, κι αγάπησα, ίσως γιατί άξιζε περισσότερο ν' αγαπηθεί. Υποστηρίχθηκε, με διάφορο βαθμό πειστικότητας, ότι κατάγεται απ' ευθείας απ' τους αρχαίους χορούς των Ελλήνων της Ιωνίας και της Αιολίας, πώς η ετυμολογία της λέξης ζεϊμπέκικο είναι από το Ζευς και Μπέικος (στα Φρυγικά, ψωμί), ότι στην κλασσική εποχή οι Έλληνες το είχαν μεταφράσει αρτοζήν ότι οι ρίζες του πρέπει να αναζητηθούν στα βυζαντινά τροπάρια, που φαίνεται ότι δεν διέφεραν παρά πολύ απ τα λαϊκά τραγούδια της εποχής άλλοι, τέλος είπαν, με περιφρόνηση, πώς είναι Τούρκικα.  Απ' όλες αυτές τις θεωρίες, η λιγότερο βάσιμη είναι, ίσως, η τελευταία, παραδόξως όμως όχι και τόσο αβάσιμη. Είναι αβάσιμη, επειδή, όπως είναι γνωστό, οι Τούρκοι δεν είχαν κανενός είδους κουλτούρα όταν έφτασαν στη μέση Ανατολή. Τη δανείστηκαν απ' τούς Πέρσες, τους Άραβες, και τους Βυζαντινούς. Και, φυσικά, και τη μουσική τους. Πρέπει όμως να λάβουμε υπ όψει μας δυο πράγματα: Πρώτον ότι, σ' αντίθεση με την κλασσική ελληνική κουλτούρα, που φιλοδόξησαν ν' αναστήσουν οι νεοέλληνες μετά την Επανάσταση στην κυρίως Ελλάδα, ο Βυζαντινός κόσμος ήταν σαφώς «ανατολίτικος». ότι, δεύτερον, αυτόν τον «ανατολίτικο» πολιτισμό δανείστηκαν και μιμήθηκαν οι Τούρκοι, του έδωσαν, με την πάροδο του χρόνου, έναν πιο βαρύ, τούρκικο χαρακτήρα, κι ότι αυτό ακριβώς το δευτερογενές προϊόν γνώρισαν οι γενιές των Ελλήνων της σκλαβιάς, κι έφεραν μαζί τους όταν ήρθαν, πρόσφυγες στην παλιά Ελλάδα. Οι ρίζες του ζεϊμπέκικου, κι η εξέλιξη του δια μέσου των αιώνων, αν είναι πράγματι τόσον αρχαία η καταγωγή του, αποτελούν ενδιαφέρον ιστορικό ή μουσικολογικό θέμα, αλλά δεν με αφορά αυτή τη στιγμή, ούτε μπορεί να με αφορά. Δεν είμαι ιστορικός της τέχνης, ούτε μουσικολόγος. 

Αυτό που μ' ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ιστορία του απ' τη στιγμή που μεταφυτεύτηκε στην Ελλάδα, κι η έκτοτε εξέλιξη του. Δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος. Αν έχω κάποια αρμοδιότητα, είναι στο γενικότερο πεδίο της αισθητικής. Oι γνώσεις μου πάνω στο θέμα βασίζονται σε προσωπικές εμπειρίες, όχι στη μελέτη εγχειριδίων, που, άλλωστε δεν υπάρχουν. Έχοντας παραστεί μάρτυς αυτής της εξέλιξης, έχω μια προσωπική, υποκειμενική έστω, αντίληψη του πράγματος, κι αυτήν έχω, νομίζω, το δικαίωμα να εκφράσω, βγάζοντας στο τέλος συμπεράσματα, προσωπικά πάντοτε, αλλά χρήσιμα ίσως για μια γενικότερη έρευνα και αξιοθέτηση του θέματος που μας απασχολεί. Φαίνεται, ότι το φυτώριο στο οποίο πρωτοκαλλιεργήθηκε και φούντωσε το ζεϊμπέκικο, ήταν ο υπόκοσμος των μεγάλων αστικών κέντρων της Ελλάδας, και κυρίως του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, όχι απλώς η εργατική τάξη, αλλ' ο υπόκοσμος. Οι μόνες εξηγήσεις του φαινομένου που μπορώ να βρω είναι ότι τα στοιχεία του υπόκοσμου ανακάλυψαν εκλεκτικές συγγένειες με τους πρόσφυγες, ή τουλάχιστον μέρους αυτών. Η χασισοποτεία λ.χ. ήταν πολύ ευρύτερα διαδεδομένη στη Μικρά Ασία, απ' ότι ήταν στα στενά όρια της παλιάς Ελλάδας, που μόλις τότε είχε αρχίσει, και αυτή πολύ δειλά, να ξεπερνάει το βουνό και τη στάνη, δηλαδή τη «φυσική» ζωή της υπαίθρου. Ή ότι ο υπόκοσμος, δηλαδή τα πιο ανήσυχα στοιχεία της εργατικής και μέρους της μικρό-αστικής τάξης (που μόλις τότε είχε αρχίσει να συγκροτείται), με την μεγαλύτερη δεκτικότητα του, τ' αγκάλιασε πιο εύκολα. 'Η ότι έψαχνε από καιρό να βρει έναν τρόπο να εκφραστεί, διαφορετικά απ' τα δημοτικά τραγούδια των χωρικών και τις καντάδες των λίγων ψευτο-αστών, κι οι πρόσφυγες του τον πρόσφεραν έτοιμο. 'Η, τέλος, ότι την εποχή εκείνη, και για καμπόσο καιρό αργότερα, οι μικρό-αστοί κι οι λίγοι αστοί, εύκολα συνέχεαν ή ταύτιζαν τον υπόκοσμο με την εργατιά. Γεγονός είναι ότι σαν τραγούδια του υπόκοσμου τα γνώρισαν οι Έλληνες μικρό-αστοί (που είχαν περισσότερες ευκαιρίες επαφής με τον υπόκοσμο), και σαν τέτοια τα καταδίκασε το "επίσημο" κράτος της 4ης Αυγούστου.


Ίσως η κατάσταση αυτή να συνεχιζόταν επί μακρό χρονικό διάστημα, αρκετό για ν' ανασταλεί η πρόοδος τους, μέχρι ίσως και την τέλεια παρακμή κι εξαφάνιση τους, ο πόλεμος που μεσολάβησε, με το χάος που δημιούργησε, επενέργησε και σ' αυτό, όπως και σε τόσα άλλα πεδία, σαν καταλυτικό στοιχείο, έδωσε, μ' άλλα λόγια, μια γρήγορη έκβαση στην υπόθεση του ζεϊμπέκικου, και μάλιστα σ' όφελος του. Όλοι οι Έλληνες ξαφνικά, είτε πορτοφολάδες ήταν, είτε μικρό-αστοί, είτε αστοί, βρέθηκαν σε μια κατάσταση που τους εξίσωνε, τους ταύτιζε σχεδόν, με τον προπολεμικό υπόκοσμο. Δεν υπήρχαν πια νηστικοί και χορτάτοι, δεν υπήρχαν κύριοι και δούλοι, όλοι ήταν δούλοι, όλοι ήταν νηστικοί, όλοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να κλάψουν τη μοίρα τους, κάτι που, έτσι κι αλλιώς, έρχεται μάλλον φυσικά στον Έλληνα απ' την εποχή ακόμα της κυριαρχίας των Ρωμαίων. Όλα τα σπίτια έγιναν ξαφνικά «τεκέδες», όχι κατά γράμμα βέβαια, αλλά στην ουσία. Παντού επεκράτησε η ίδια ατμόσφαιρα παρανομίας, συνεχούς φόβου, μιζέριας, και Θανάτου. Δεν υπήρχε πια ελληνική αστυνομία για να κάνει αυτόματα ταξικές διαφοροποιήσεις. Μόνον ξενική κατοχή, μπροστά στην οποία όλοι οι Έλληνες, εγκληματίες κι αθώοι, πλούσιοι και φτωχοί, ήταν ίσοι, για τον απλούστατο λόγο ότι όλοι τους ξαφνικά έγιναν φτωχοί, όλοι τους υπεκειντο σε μεταχείριση που επιφυλάσσεται σ' εποχή ειρήνης μόνον σ' εγκληματίες, όλοι τους ζούσαν απ' τη μια μέρα στην άλλη, όλοι τους φοβόντουσαν, όλοι τους πέθαιναν, ή σχεδόν όλοι.

Το ζεϊμπέκικο βρήκε έδαφος ν' αναπτυχθεί, κι αναπτύχθηκε αλματωδώς. Ξαφνικά, δεν ήταν πια ο χορός του υπόκοσμου, αλλ' ενός μεγάλου αριθμού Ελλήνων, κυρίως στ' αστικά κέντρα. Πολλά απ' τα τραγούδια που πρωτακουσαμε αμέσως μετά τον πόλεμο, είχαν γραφτεί στην κατοχή, και διέφεραν καταφανώς απ τα προπολεμικά, πια βαρειά, «χασικλίδικα» ρεμπέτικα. Φυσικά, σ' όλο τα διάστημα της κατοχής, τα ταγκό, τα βαλσάκια εζιτασιόν και τα σλόου εξακολούθησαν όχι μόνο να τραγουδιόνται, αλλά και να συνθέτονται τακτικότατα! Οι μορφές τέχνης, ή «τέχνης», δεν πεθαίνουν ποτέ απ' τη μια μέρα στην άλλη. Παρουσιάζεται ξαφνικά - αν και βεβαίως όχι και τόσον ξαφνικά - μια νέα μορφή, που αμιλλάται με την παλιά, σιγά-σιγά την επισκιάζει, ώσπου την σβήνει εντελώς, αφού πολλές φορές επηρεασθεί, λίγο ή πολύ, απ' αυτήν. Και φυσικά μένουν πάντα μερικά κατάλοιπα που εξακολουθούν να καλλιεργούν οι φτηνοί νοσταλγοί, οι αναίσθητοι, κι οι απληροφόρητοι. Τα ταγκό, τα βαλσάκια κλπ., ήταν, επί πλέον, ένα είδος μουσικής που, επειδή ήταν πιο κοντά τους, επειδή εκαλλιεργειτο απ τα λιγότερο ταραχοποιό, δηλαδή απ' τα κομφορμιστικά, στοιχεία του πληθυσμού, επειδή ήταν όλο μέλι και γάλα, επειδή εν ολίγοις ήταν ψεύτικα, όχι μόνον επέτρεπαν, αλλά σχεδόν επέβαλλαν οι κατακτητές στους σκλάβους. Έπρεπε με κάθε τρόπο να δοθεί η ψευδαίσθηση πώς όλα ήταν μια χαρά. Δεν ήταν σπάνιο το θέαμα γερμανικών αυτοκίνητων με μεγάφωνα, που γύριζαν σε κεντρικές και λαϊκές συνοικίες, και ξυπνούσαν τον κοσμάκη με το αμίμητο εκείνο «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά...», που στην πραγματικότητα ήταν ένα ξύπνημα με φιλιά Θανάτου, ένας θόρυβος που είχε σκοπό να σκεπάσει τους κρότους των οπλοπολυβόλων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, και τις οιμωγές του Έλληνα που πέθαινε απ' την πείνα, ή που ματοκυλιόταν. Για πρώτη φορά λοιπόν, τα τραγούδια αυτά κέρδισαν εντελώς τον τίτλο του ελαφρού. Δεν ήταν πια ελαφρά μόνον σα συνθέσεις, αλλά ελαφρά στο βαθμό που δεν είχαν πια την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα, αν είχαν ποτέ, στο βαθμό που μυκτήριζαν και συνειδητά πλαστογραφούσαν την πραγματικότητα. Κανένα κατοχικό ταγκό δεν τραγούδησε τους όμηρους, την πείνα, την κατοχή. Όλα εξακολούθησαν να μιλάνε γι' αγάπες και λουλούδια και φεγγάρια - μόνον μια εξαίρεση θυμάμαι: «Βρες αν μπορείς, τι σου έφερα απόψε!... », κι αντί για μπιζού, της είχε φέρει...καφέ! 

Read more: Zεϊμπέκικο: ένα δοκίμιο, του Κ. Ταχτσή, rebetiko.gr

 

Τετάρτη 23/07/2014

Nikos-Maziotis-795x531

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ (Σχόλιο με αφορμή τη σύλληψη του Ν. Μαζιώτη), του Γιώργου Καραμπελιά, posted in ardin-rixi.gr, 22/07/2014

"Το τραγικό ζήτημα στην Ελλάδα της όψιμης μεταπολίτευσης, είναι πως όσοι άνθρωποι έρχονταν σε ειλικρινή αντίθεση με την υπάρχουσα κοινωνία, και τις αξίες της, προσχωρούσαν και έδιναν όλο το κουράγιο και το πάθος τους σε κινήματα εγκλωβισμένα σ’ αυτή την αντίθεση εσωτερικού χώρου που περιγράψαμε. Έχουμε ζήσει από παλιά αυτή την αντίφαση που με τόσο ακραίο τρόπο εξέφρασε και ο Μαζιώτης, γύρω από το ζήτημα των αντιρρησιών συνείδησης. Σε μια χώρα απειλούμενη με διαμελισμό, στην Κύπρο, στη Θράκη, στο Αιγαίο αντί η διεκδίκηση των επαναστατικών κινημάτων να στρέφεται προς την εμπέδωση της μαζικής λαϊκής άμυνας, της συμμετοχής των γυναικών στον στρατό, και της δημιουργίας ενός κυριολεκτικά λαϊκού στρατού, όπως έκανε στο παρελθόν και η αριστερά, τουλάχιστον μέχρι την δεκαετία του 1970, έγινε κυρίαρχο αίτημα η «άρνηση της στράτευσης». Δηλαδή στην ουσία η συμπόρευση από τα «κάτω» με εκείνους που ξεπουλούσαν την χώρα μας από τα «πάνω». Στην διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του ’90 προσπαθήσαμε να απαντήσουμε σ’ αυτό το ζήτημα ιδιαίτερα στα πλαίσια των «Οικολόγων Εναλλακτικών», με την αποδοχή του αιτήματος της κοινωνικής θητείας που εξάλλου ήταν αναγκαία, δεδομένης της ύπαρξης ομάδας συμπολιτών μας που αρνούνταν τη στράτευση και κάθε επαφή με όπλα για θρησκευτικούς λόγους, όπως οι Έλληνες ευαγγελικοί (Ιεχωβάδες). Είχαμε λοιπόν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό να προωθηθεί μία τέτοια αντίληψη, όταν ο Νίκος Μαζιώτης, νεαρός τότε εμφανίστηκε ως «ολικός αρνητής στράτευσης», που αρνούνταν δηλαδή και την εναλλακτική κοινωνική στράτευσή του. Ξεκίνησε τότε έναν μακρόχρονο και σκληρό αγώνα με φυλακίσεις, απεργίες πείνας, για να επιβάλει την άποψή του. Βέβαια όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ο Μαζιώτης δεν απέρριπτε τη χρήση όπλων, όπως οι ευαγγελικοί συμπατριώτες μας, αντιθέτως μάλιστα, αλλά αρνούνταν στο ελληνικό κράτος κάθε δικαίωμα παρέμβασης στην ατομική του ζωή: Ο Νίκος Μαζιώτης όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες αντιεξουσιαστές και ακροαριστεροί, στόχευε στη διάλυση του ελληνικού κράτους. Σε αυτό ακριβώς όμως στόχευαν και ο κος Σημίτης, ο κος Οζάλ, ο κος Ερντογάν,η κα Μέρκελ και η επιτροπή των Βρυξελλών! Και έτσι, το μόνο κομμάτι της νεολαίας στην Ελλάδα που ερχόταν σε σύγκρουση με την εξουσία, δεν το έκανε ζητώντας την υπεράσπιση του τόπου, της πατρίδας και των λαϊκών τάξεων, αλλά με πρόσχημα τις τελευταίες, ζητούσε να διαλυθούν τα τελευταία εχέγγυα που είχαν απέναντι στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση που εισέβαλε από παντού! Είναι χαρακτηριστικό πως οι ίδιοι άνθρωποι όταν επρόκειτο για τους Ζαπατίστας στο Μεξικό, για τον Τσάβες στην Βενεζουέλα ή για την Παλαιστίνη, μπορούσαν εύκολα να συμπαρίστανται σ’ αυτά τα «εθνικιστικά» και ταυτοτικά κινήματα αλλά τα απέρριπταν μετά βδελυγμίας όταν επρόκειτο για τους Κυπρίους! Δηλαδή ακολουθούσαν εν τέλει εκείνους που από φόβο για τα κεκτημένα τους είχαν αποδεχτεί τη μεταβολή της Ελλάδας σε χώρα περιορισμένης κυριαρχίας. Έτσι λοιπόν, και ο Μαζιώτης αλλά και άλλοι όπως ο Λάμπρος Φούντας, που παίζουν την ζωή τους κορώνα γράμματα την ώρα που ένα μεγάλο κομμάτι των νεολαίων διαφεύγει στο εξωτερικό, αντί να διοχετεύσουν το πάθος τους σ’ έναν δημιουργικό δρόμο υπεράσπισης του λαού και της πατρίδος τους, αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση και εναλλακτικών εγχειρημάτων, μπήκαν σ’ έναν αδιέξοδο δρόμο γεμάτο πόνο και αίμα (το δικό τους και των άλλων προτίστως), πολεμώντας ενάντια σε αντιπάλους (τους «μπάτσους») που δεν είναι παρά τα όργανα εκείνων όπου από πολύ πιο μακριά μεταβάλλουν και τους ίδιους σε ενεργούμενά τους. Διότι η θέληση των αφεντικών του πλανήτη είναι η διάλυση κρατών, κοινωνικών δομών, παραγωγικών δομών και η ανεξέλεγκτη κυριαρχία του εμπορεύματος. Όταν ο αποκλειστικός σου στόχος είναι ακριβώς αυτή η διάλυση, από «επαναστατική» σκοπιά, τότε θέλοντας και μη λειτουργείς ως φερέφωνό τους, γιατί εν τέλει συμμερίζεσαι μαζί τους τις ίδιες οντολογικές αξίες, την προτεραιότητα του ατόμου έναντι του συνόλου, των ατομικών δικαιωμάτων έναντι των συλλογικών, του φιλελευθερισμού που εκείνος αποκαλεί νεοφιλελευθερισμό και εσύ αποκαλείς ψευδωνύμως ελευθεριακότητα. Έτσι λοιπόν, δεν χαίρομαι καθόλου όταν αντικρίζω το θλιμμένο βλέμμα του Νίκου Μαζιώτη όταν συνελήφθη, αλλά λυπάμαι γιατί τόσο πάθος και τόση θέληση διοχετεύθηκε στο αυλάκι που ήθελαν ακριβώς οι αντίπαλοί του και τον οδηγεί σ’ έναν δρόμο χωρίς διέξοδο, όπου οι ληστείες για τους «στόχους του αγώνα», φθάνουν εν τέλει να γίνονται κυρίαρχοι έναντι αυτού του περιβόητου αγώνα. Μήπως το ίδιο δεν είχε συμβεί με την 17 Νοέμβρη ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία πριν την σύλληψή της; Και πως μπορούν να εξηγήσουν ότι τη στιγμή της μεγάλης κρίσης, που άνοιξε το 2010, οι δυνάμεις του αντιεξουσιαστικού χώρου, αλλά και των ένοπλων οργανώσεων, αντί να διευρύνονται συρρικνώνονται, και το ίδιο το λαϊκό σώμα, μετά από εμπειρίες όπως της Μαρφίν και της διάλυσης του κινήματος των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, απομακρύνθηκε τόσο από κοντά τους, ώστε αναγκάζονται να καταφεύγουν για «συμμαχίες» στους ποινικούς; Οι οποίοι «συγκρούονται και αυτοί με την εξουσία, αλλά από σκοπιά καταναλωτική, αποδεχόμενοι της αξίες του και επιδιώκοντας απλώς να πάρουν και αυτοί ένα κομμάτι από την πίττα που ελέγχει ο Μαρινάκης ή ο ομογάλακτος Μπέος;»" Τι πιο χαρακτηριστικό γι’ αυτό το αδιέξοδο των εν τέλει παγκοσμιοποιητικών αντιλήψεων (έστω και εναλλακτικών !) των Ελλήνων αντιεξουσιαστών, της άκρας αριστεράς και των ενόπλων, από το γεγονός ότι τα αντισυστημικά και αντιπαγκοσμιοποιητικά ρεύματα στην νεολαία, και μάλιστα στην πληβειακή, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αρχίζουν να κινούνται, όλο και περισσότερο προς την αντίπερα όχθη, εκείνη της ακροδεξιάς; Δηλαδή το σύστημα είχε (έχει) πετύχει το colpo grosso. Ακόμα και οι πιο άτεγκτοι και ορκισμένοι εχθροί του, ακόμα και όσοι διαθέτουν ένα αυθεντικό αντιεξουσιαστικό πάθος, είναι εγκλωβισμένοι στην ιδεολογία του. Και έτσι μονά-ζυγά δικά του! Όταν μάλιστα η λογική της σύγκρουσης σπρώχνει τους αντιπάλους του, να εγκλωβίζονται στα πλαίσια που αυτή ορίζει, και την πλειοψηφία των αγανακτισμένων να προσφεύγουν «συναισθηματικά» στην μνημονιακή εξουσία, την οποία μισούν, καθώς οι αντίπαλοί της εμφανίζονται ως ημιποινικοί τρομοκράτες! Το απόλυτο αδιέξοδο"

o άνθρωπος κουρέλι, posted by tovytio, 10/07/2014

"Είμαστε άνθρωποι κουρέλια. Όχι γιατί τα παρατήσαμε, όχι γιατί δεν περνάμε ποτέ καλά και βουλιάζουμε στη μιζέρια. Όχι γιατί δεν γίνεται δήθεν τίποτα και παίζει το φασισταριό ανενόχλητο. Αλλά γιατί η ημέρα περνάει με υπολογισμούς και ιδέες για το τι ακόμη μπορούμε να κόψουμε. Είμαστε άνθρωποι κουρέλια γιατί το νομοσχέδιο για τις φυλακές περνάει έτσι και δεν πρόκειται για μια προσβολή προς τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά για την προσεχή πραγματικότητα κάποιων κρατουμένων. Είμαστε άνθρωποι κουρέλια γιατί μια σιδερένια πυγμή διαλύει όλα όσα έχουν σημασία. Απ’ τον Σμαραγδή μέχρι τους αιγιαλούς, απ’ την κατάσταση στα νοσοκομεία μέχρι τις κομμένες συντάξεις. Απ’ τα μονίμως εκβιαστικά διλήμματα του να πρέπει να δεχτείς να κάνεις τη μία ή την άλλη δουλειά ανασφάλιστος, κακοπληρωμένος, parttime, απλήρωτος μέχρι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών. Απ’ τις καταθλίψεις της επιστροφής στο πατρικό μέχρι τον Δαραβίγκα και τον Ταμήλο. Είμαστε άνθρωποι κουρέλια γιατί όσο κι αν αντισταθήκαμε κι όσο κι αν συνεχίζουμε να αντιστεκόμαστε, όλα αυτά, συμβαίνουν τώρα, την ώρα της δικής μας ζωής. Αρκετά χρόνια πριν, είχα διαβάσει ένα στίχο της Δημουλά και μου είχε φανεί ωραίος. «Να αντέχεις είναι το ζητούμενο, όχι να καταλάβεις». Σήμερα αυτή η φράση μου φαίνεται ό,τι πιο άθλιο και κομφορμιστικό μπορώ να ακούσω. Το ζήτημα είναι το αντίθετο της αντοχής. Το ζήτημα είναι να μην αντέξουμε την κοινωνική και προσωπική κατάσταση έκτακτης (αλλά μόνιμης) ανάγκης. Το ζήτημα εντέλει είναι ότι καλύτερα μια κατάρρευση ή μια απίθανη οργή παρά ένα συνεχές λαχανιασμένο τρέξιμο πίσω από ένα αβίωτο κόσμο"

Εξωφ5ερμής-1_01

Στο πρώτο μέρος του 10ου τεύχους του Λόγιου Ερμή, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, σε ένα μικρό, εξαιρετικής πυκνότητας κείμενο, με αφετηρία τη λοιδορούμενη θυσία των γυναικών του Ζαλόγγου, αναφέρεται σε ανάλογα ιστορικά γεγονότα, από τις γυναίκες των Ταόχων που περιγράφει ο Ξενοφών, μέχρι τις γυναίκες του Κορδελιού, προς δόξαν «τοῦ θαυμαστοῦ καὶ γενναίου πανεπιστημιακοῦ κόσμου τοῦ καιροῦ μας». Ο Μιχάλης Πάτσης, συνεχίζοντας τη διερεύνηση της πνευματικής δραστηριότητας των Ελλήνων στην πρ. Σοβιετική Ένωση, γράφει για «το φιλολογικό – εκδοτικό έργο των πολιτικών προσφύγων στα ρωσικά (Ανταίος, Στάθης, Μότσιος)». Ο Γιώργος Καραμπελιάς στο τρίτο μέρος της περιδιάβασής του στα σύγχρονα φιλοσοφικά προβλήματα, με το δοκίμιο «Φύση και Ιστορία», διερευνά τις δυνατότητες «υπέρβασης της χρησιμοθηρικής και δυναμοκεντρικής αντίληψη της γνώσης και της επιστήμης, ανατρέχοντας στην αρχαιοελληνική και βυζαντινή οπτική της μη εργαλειακής επιστήμης, ανακαλύπτοντας, παράλληλα, άλλες, μη ευρωπαϊκές, παραδόσεις». Το ζητούμενο είναι «να ξαναθέσουμε τον κόσμο μας –που πλέον έχει εκτοξευθεί σε μια αυτόνομη τεχνοκρατική τροχιά– υπό τον έλεγχο μιας κοινωνίας προσώπων και πολιτών». Ουσιαστικά πάνω στο ίδιο ζήτημα, ο Εντγκάρ Μορέν στον «Χερσονήσιο άνθρωπο» υποστηρίζει πως «αυτό που πεθαίνει σήμερα, είναι μια “νησιωτική” αντίληψη για τον άνθρωπο, τον αποκομμένο τόσο από τη φύση γενικότερα, όσο και από την ίδια του τη φύση» εξάλλου δεν υπάρχει πλέον κανένα μέλλον για μια ανθρωπολογία περιορισμένη σε μια επιφανειακή ψυχο-πολιτισμική στιβάδα που υπερίπταται σαν ιπτάμενο χαλί πάνω από τον φυσικό κόσμο. Και καταλήγει: «Ούτε πανβιολογισμός, ούτε πανκουλτουραλισμός, αλλά μια ευρύτερη αλήθεια, που προσδίδει πιο ουσιαστικό ρόλο στην βιολογία του ανθρώπου και στον ανθρώπινο πολιτισμό, αφού πρόκειται για έναν ρόλο αμοιβαιότητας της μιας σε σχέση με τον άλλον.». Τέλος, ο Σωτήρης Δημόπουλος στη μελέτη του, «Προσεγγίσεις και ερμηνείες του “εθνικού ζητήματος” στο έργο των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς», υποστηρίζει πως παρά την περιβόητη φράση, «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα» του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, στο έργο των Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς το «εθνικό ζήτημα» δεν αναλύεται πάντα μέσα από το ίδιο, αφοριστικό πρίσμα και οι προσεγγίσεις τους ποικίλουν, εξάλλου «η έλλειψη μιας συμπαγούς θεωρίας για το έθνος και τα εθνικά κινήματα θα επιτρέψει θεαματικές αποκλίσεις στο ζήτημα αυτό, από τους επιγόνους του μαρξισμού [...] από τους πλέον αυθεντικούς αρνητές της όποιας πατριωτικής συνείδησης έως τον σοσιαλσοβινισμό αλλά και τα μαρξιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα».

Ακολουθεί το πρώτο μέρος του αφιερώματος μας στη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, το οποίο και θα συνεχιστεί και στα δύο επόμενα τεύχη του περιοδικού. Γράφουν οι Μελέτης Μελετόπουλος, «Στοιχεία για τον βίο του Παναγιώτη Κονδύλη», Σπύρος Κουτρούλης, «Ο Π. Κονδύλης, ο νέος ελληνισμός και το εθνικό ζήτημα», Ρεϋμόνδος Πετρίδης, «“Ισχύς” και “Εξουσία” στο όψιμο έργο του Π. Κονδύλη», Γιάννης Ταχόπουλος, «Π. Κονδύλης-Κ. Καστοριάδης: μια σύγκριση» και παρατίθεται το μεγαλύτερο από την τελευταία συνέντευξη του Κονδύλη στον Σπύρο Κουτρούλη. Περισσότερα για το περιεχόμενο του αφιερώματος ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί, ανατρέχοντας στο σχετικό εισαγωγικό σημείωμα.

Στο δεύτερο μέρος του τεύχους, ο Χρίστος Κορκόβελος με τη μελέτη του για το «Το ιστορικό υπόβαθρο της 25ης Μαρτίου», εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι «στη χώρα μας σπανίζει η άρτια κι απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα βασικών πτυχών της Επανάστασης του 1821», αφού εξετάζει με επάρκεια μια πληθώρα σχετικών τεκμηρίων συμπεραίνει πως παρά τις προσπάθειες ποικιλώνυμων «απομυθοποιητών», καταδεικνύεται πως «η ιστορικότητα της 25ης Μαρτίου είναι αναμφισβήτητη» και «εδράζεται πρωτίστως στο γεγονός ότι η ανώτατη Αρχή της Φιλικής Εταιρίας, υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, καθόρισε την ημέρα αυτή της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης». ο καθηγητής Λαογραφίας Μανόλης Βαρβούνης, με τη μελέτη του για τη «Συμβολή του Μακεδονικού Κομιτάτου στη λύση του Σαμιακού Ζητήματος (1908-1912)» φωτίζει μια αγνοημένη σελίδα της ιστορίας μας, τη συνεργασία του ηγέτη των Σαμίων πατριωτών, Θεμιστοκλή Σοφούλη, με το μακεδονικό Κομιτάτο για την εκτέλεση του φιλότουρκου ηγεμόνα της Σάμου Ανδρέα Κοπάση, η οποία και πραγματοποιήθηκε το 1912 από τους μακεδονομάχους Σταύρο Μπαρέτη και Αθανάσιο Σταυρούδη σε συνεργασία με τους Σαμίους πατριώτες. τέλος ο μηχανικός Χαράλαμπος Αλεξάνδρου, μέλος του Ινστιτούτου Μπάτση, στο δοκίμιο «Τo Αόρατο Χέρι του Άνταμ Σμιθ και η Θεία Πρόνοια» καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία ουσιώδης αντίφαση ανάμεσα στις απόψεις που διατυπώνει ο Σμιθ στη Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος, και στη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων, και εν τέλει το αόρατο χέρι της αγοράς ταυτίζεται με το «αόρατο χέρι» της θείας πρόνοιας: «Ο Α.Σ. ενστερνιζόμενος την άποψη ότι το ατομικό συμφέρον προάγει ασυναίσθητα το συμφέρον της κοινωνίας συνολικά, πίστευε ότι αυτό συντελείται ως αποτέλεσμα της παρέμβασης της Θείας πρόνοιας. Το θεϊκό αόρατο χέρι παρεμβαίνει στον καταμερισμό του πλούτου και στον εναρμονισμό της κοινωνίας».

Ο Μιχάλης Μερακλής παρουσιάζει το βιβλίο του Χαράλαμπου Μηνάογλου, ο Αν. Μιχαήλ και ο Λόγος περί Ελληνισμού, ο Σπύρος Κουτρούλης, το εκτενές δοκίμιο του Σωτήρη Γουνελά, Πρόταση λόγου και πολιτισμού, ο Χρίστος Δάλκος, το συλλογικό έργο Διετείς διακοπαί: Ένα Χρονικό και ο Δημήτρης Μπαλτάς, τα έργα του Ernest Cassirer, Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού και του Jürgen Moltmann, Ο ερχόμενος Θεός. Χριστιανική εσχατολογία.

   

H ηγεμονία της Αξίας και οι ψευδαισθήσεις του νεοφιλελευθερισμού, του Μαν. Βαρδή

News - Μ. Βαρδής

Written by Administrator Saturday, 19 July 2014 17:25

Η ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ // ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Το βιβλίο «Η Ηγεμονία της Αξίας- Για μία επανίδρυση της Οικονομίας» του Γάλλου οικονομολόγου André Orléan (σε μετάφραση της Χριστιάννας Σαμαρά, και από τις εκδόσεις Πόλις) έρχεται και αυτό με τη σειρά του να απομυθοποιήσει κλασικές παραδοχές της νεοκλασικής οικονομικής ορθοδοξίας. Ο συγγραφέας, υποστηριχτής των «οικονομικών των κοινωνικών συμβάσεων» (economics of convention), αποπειράται να αφαιρέσει από τα αγαθά που ανταλλάσσονται την οποιαδήποτε εγγενή τους αξία- είτε με την μορφή της εργατικής δύναμης για την παραγωγή τους, είτε με την μορφή της ωφελιμιστικής χρησιμότητας. Θεωρεί ότι η αγορά και οι εμπορικές ανταλλαγές είναι κυρίως κοινωνικά γεγονότα, οπότε η αξιολόγηση ποτέ δεν θα είναι ουδέτερη. Ιδιαίτερη σημασία έχει το 2ο κεφάλαιο «Η εμπορευματική αντικειμενικότητα». Στο κεφάλαιο αυτό αποτυπώνεται η νεοκλασική θεωρία των ατομικών προτιμήσεων. Στα πλαίσια ενός αναρχικού ατομικισμού, ο κάθε οικονομικά δρών παραμένει παντελώς αδιάφορος απέναντι στους άλλους, αναζητεί αγαθά για την χρησιμότητά τους, οι τιμές επιβάλλονται έξωθεν από τον «εκφωνητή της αγοράς», τον «δημοπράτη», με τελικό σκοπό την εγκαθίδρυση μίας δίκαιης τάξης, ενός «βαλρασιανού» κόσμου ισορροπίας, στον οποίον υπάρχει πλήρης πληροφόρηση και καμία στρατηγική. Ο νεοκλασικός καταναλωτής γνωρίζει με βεβαιότητα τι ακριβώς επιθυμεί. Οι αυτοματισμοί κυριαρχούν. Η εμπορευματική αγορά είναι μία οδική κυκλοφορία με σηματοδότη. Αφού υπάρχει το «κόκκινο» και προϋποτίθεται ότι όλοι θα το σεβαστούν, δεν υπάρχει λόγος για τον οδηγό να εισέλθει σε διαδικασίες πρόβλεψης, συσχετισμών και αβεβαιότητας. Ο ιδεότυπος αυτός λειτουργεί κανονιστικά, το γνωρίζουμε και εμείς σήμερα από τα νεοφιλελεύθερα παπαγαλάκια σε υπουργεία, Πανεπιστήμια και ΜΜΕ, και επιθυμεί να διαμορφώσει την πραγματικότητα, όχι απλά να την περιγράψει. Ζητήματα όπως η αβεβαιότητα, το έλλειμμα πληροφόρησης, ο μιμητισμός στη διαδικασία απόκτησης των αγαθών, ο φθόνος και η ζήλεια, το φαινόμενο των αυξανόμενων αποδόσεων, η κατοχή αγαθών ως έκφραση κύρους και κοινωνικής ισχύος, δεν ενδιαφέρουν και εξοβελίζονται από την ατζέντα τους. Ο «βαλρασιανός» κόσμος βγάζει από το κάδρο του την απεριόριστη επιθυμία, όμως βασίζεται στην κατανάλωση, προτάσσει μάλιστα την ύπαρξη θεσμών, μόνο που πρόκειται για εξωτερικούς «δημοπράτες»: ένας τέτοιος ρόλος επιφυλάσσεται και στο Δημόσιο. Η «βαλρασιανή» οικονομία της αγοράς θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία. Απλά ο κεντρικός σχεδιασμός έχει αντικατασταθεί από τον «δημοπράτη». Έχω μιλήσει για την σύγκλιση νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας με σταλινικού τύπου οικονομικούς σχεδιασμούς. Αυτό που συγκλονίζει είναι αυτό που αφήνει να εννοηθεί ο André Orléan χωρίς να το λέει ξεκάθαρα: το σύγχρονο άτομο, στη δίνη της προσωπικής και κοινωνικής αβεβαιότητας και χωρίς ιδεολογικά ή θρησκευτικά ερείσματα, αποζητά καταφύγιο σταθερότητας και ασφάλειας σε έναν ιδεότυπο, σε μία οικονομική αφαίρεση, η οποία είναι εκτός κοινωνικής πραγματικότητας και αγοράς. Τα ουδέτερα πλαίσια των αυτοματισμών δεν υπάρχουν πουθενά. Από μία οικονομία σχέσεων περνάμε σε μία οικονομία μεγεθών. Τα αγαθά έχουν την αξία της χρησιμότητάς τους. Το χρήμα σαν ρευστότητα έρχεται μετά. Το υποκείμενο καλείται να αναζητεί την αξία της ζωής του σε μία ιδεοτυπική και καταναγκαστική αγορά (συγκρίνετε την πραγματική αγορά των γιουσουρούμ τις Κυριακές και το επιβεβλημένο άνοιγμα των καταστημάτων του ανθυπο- agent Γιακουμάτου). Η απορρύθμιση που προωθείται δεν είναι προβληματική γιατί είναι αντι- κρατική, αντι- κοινωνική, αντι- δημοκρατική κα, είναι προβληματική γιατί είναι η αυταρχικού τύπου πραγματοποίηση μίας ιδεοληψίας περί αγοράς σε βάρος της πραγματικής αγοράς. Το βιβλίο αξίζει να διαβασθεί και να δωρηθεί στους υπαλλήλους της Τρόϊκας σε κάθε Υπουργείο!

Add a comment
 

Συμπεράσματα από το Μουντιάλ, του Μαν. Βαρδή

News - Μ. Βαρδής

Written by Administrator Monday, 14 July 2014 19:42

1ο Συμπέρασμα. Όσο και να εμπορευματοποιηθεί το ποδόσφαιρο, δεν θα σταματήσει να είναι ένα φαινόμενο πολέμου. Τι θέλω να πω; Σε πείσμα όλων των δήθεν πολιτισμένων, φιλο- ευρωπαϊστών, η αντίδραση του Τόμας Μίλερ δείχνει ποιό είναι το αληθινό διακύβευμα του αγώνα. Συγχαίρω τους Γερμανούς, όπως και τους κατά καιρούς αποικιοκράτες, διότι με σαφήνεια και παρρησία εκφράζουν αυτό που πάντα τους απασχολεί- πέραν από τα γλυκανάλατα ευ αγωνίζεσθαι, όχι στον ρατσισμό, πολυπολιτισμικά κ.α.

2ο Συμπέρασμα. Ο Μέσι δεν είναι Μαραντόνα. Είναι διαφορετικός. Ο Μέσι είναι διανοούμενος της μπάλας. Ένα ανθρώπινο κομπιούτερ που βλέπει χώρους και μοιράζει πάσες. Ο Μαραντόνα ήταν, πέρα από τρελάρας, ένας τσαμπουκάς της αλάνας. Με έντονο βουλητικό. Όλοι έχουν αναλύσει το γκολ με το χέρι, κανείς όμως δεν έχει δει σ' αυτήν την "αν- ηθικότητα" τη δήλωση μίας έντονης βούλησης να πετύχει, σε πείσμα και πάρα τους νόμους και τους κανόνες. Ήταν ένας νιτσεϊκός της αλάνας και της φτώχειας. Ο Μέσι δεν είναι έτσι. Και γι' αυτό δεν έχει τον τσαμπουκά να πάρει πάνω του ένα παιχνίδι. Αυτός μόνος του. Ο Μέσι ως διανοούμενος της μπάλας είναι επιτελικός. Αυτό σημαίνει ότι όταν έλθει η στιγμή ένα έθνος ολόκληρο να περιμένει απ' αυτόν την σωτηρία του (ίσως και άλλα πολλά έθνη...), αυτός θα συνθλιβεί από το βάρος της ευθύνης. Και θα κάνει εμετό. Οι διανοούμενοι δεν αντέχουν τις επικές συγκρούσεις. Ανήκουν στον κόσμο της στρατηγικής, και όχι στον κόσμο του Ομήρου. Από την άλλη, βέβαια, οι "Αχιλλείς", τύπου Μαραντόνα, εύκολα και νομοτελειακά όταν φύγει η υπέρτατη στιγμή, αυτοκτονούν μέσα στο ο,τιδήποτε. Είναι αυτοκαταστροφικοί. Διότι έχουν μάθει να ζουν με πάθος. 

3ο Συμπέρασμα. Και οι Γερμανοί; Είναι μεθοδικοί, ακούραστοι και σου βγάζουν το λάδι, όπως οι Ρωμαίοι της Αυτοκρατορίας. Θα επιτίθενται και θα επιτίθενται, μέχρι να σου βρουν το λάθος. Την αδύνατη στιγμή. Θαυμάζεις το κουράγιο του σύγχρονου Ρωμαίου λεγεωνάριου. Μέχρι εκεί. Τα υπόλοιπα σε τέσσερα χρόνια.

Add a comment
 

Who's Online

We have 177 guests online

Statistics

Members : 34
Content : 336
Web Links : 17
Content View Hits : 275868

DemocracyCrisis Social Media

SocialTwist Tell-a-Friend

france24

Hurriyet Dailynews

Reuters-Photographers

  • Kandahar to Idaho: a life in recovery
    Two years ago, Sgt. Matt Krumwiede’s life was changed forever by an improvised explosive device in Afghanistan. Last month, he returned home to Idaho.
  • Waiting to die
    Devotees come to the River Ganges to wash away their sins - and to die and have their ashes scattered at this holy site.
  • Uighurs of Shanghai
    In Shanghai, life can be difficult for migrants of all backgrounds, but it seems particularly hard for Muslim Uighurs.

Βιβλιοθήκη Herrk

  • Καστοριάδης – Κονδύλης
    Απ’ όσο ξέρω, στη βιβλιογραφία δεν έχει γίνει ακόμα κάποια σύγκριση. Παρακάτω δεν δίνονται απαντήσεις αλλά τίθενται κάποια προκαταρκτικά ερωτήματα:...
  • Οι Ευθυγραμμιζόμενοι
    Brecht: Οι Ευθυγραμμιζόμενοι (μτφρ. Δ. Τζωρτζόπουλος) Για να μη χάσει το ψωμί του Σε καιρούς αυξανόμενης καταπίεσης Αποφασίζει κάποιος, να...
  • Η κρίση αλλάζει την εικόνα της Αθήνας
    Η κρίση αλλάζει και τους δημόσιους χώρους της Αθήνας. Τις αλλαγές καταγράφει το ιστολόγιο “Η Αθήνα πίσω απ’ τη βιτρίνα”. Αποσπάσματα: “Οι...

DemocracyCrisis© All Rights Reserved